Ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ αναλαμβάνει την κορυφή της εξουσίας στο Ιράν κληρονομώντας όχι απλώς έναν θρησκευτικό θεσμό, αλλά έναν πανίσχυρο «κράτος εν κράτει» που διαμορφώθηκε από τον πατέρα του τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.

Στα πολιτικά χρονικά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, το όνομα του Μοτζταμπά Χαμενεΐ πρωτοακούστηκε εκκωφαντικά το 2005, όταν κατηγορήθηκε δημόσια ότι παρενέβη παρασκηνιακά υπέρ του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ στις προεδρικές εκλογές, διαμορφώνοντας το αποτέλεσμα εις βάρος των μεταρρυθμιστών. Έκτοτε, ο 56χρονος σήμερα κληρικός απέκτησε φήμη «αόρατου ρυθμιστή», αξιοποιώντας την ισχύ του γραφείου του ανώτατου ηγέτη για να ενισχύσει την σκληροπυρηνική πτέρυγα και να χτίσει σχέσεις εμπιστοσύνης με την στρατιωτική και μυστική ελίτ του καθεστώτος.

Τώρα, μετά τον θάνατο του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ από αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, ο Μοτζταμπά δεν ανεβαίνει απλώς σε έναν θρόνο, αλλά μπαίνει επικεφαλής μιας ολόκληρης παράλληλης αρχιτεκτονικής εξουσίας που διαπερνά κάθε πτυχή του ιρανικού κράτους: από την οικονομία και τη διπλωματία, μέχρι τις μυστικές υπηρεσίες και την ιδεολογική «επιτήρηση» της κοινωνίας.

Μοτζταμπά Χαμενεΐ και το «κράτος εν κράτει» στο Ιράν

Η καρδιά αυτής της σκιώδους μηχανής είναι το Bayt-e Rahbari, το Γραφείο του Ανώτατου Ηγέτη, που ξεκίνησε ιστορικά ως θρησκευτικό γραφείο απαντήσεων σε πιστούς και εξελίχθηκε, υπό τον Αλί Χαμενεΐ, σε κομβικό κέντρο ελέγχου της εθνικής ασφάλειας. Στο μοντέλο του σιιτικού κλήρου, κάθε αγιατολάχ δημιουργεί το δικό του «μπεΐτ» ως δίαυλο με τους οπαδούς του· ο Χομεϊνί πρόσθεσε ήδη από τη δεκαετία του 1980 ένα ισχυρό πολιτικό στοιχείο, με τον γιο του Άχμαντ να λειτουργεί ως πανίσχυρος «θυρωρός» στην πρόσβαση προς τον ηγέτη.

Ο Αλί Χαμενεΐ πήγε αυτό το μοντέλο πολύ πιο μακριά: από μερικές δεκάδες υπαλλήλους, το Bayt αριθμεί σήμερα περίπου 4.000 εργαζόμενους και άλλους 40.000 συνδεδεμένους σε όλη τη διοίκηση, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο ελέγχου μέσα σε κάθε θεσμικό επίπεδο. Καθρέφτισε τις δομές όλων των υπουργείων με «παράλληλα γραφεία» και έθεσε σε κάθε κρίσιμο χαρτοφυλάκιο έναν δικό του ισχυρό εντεταλμένο – από την εξωτερική πολιτική και την εκπαίδευση, μέχρι τον πολιτισμό, την οικονομία, τον στρατό και τις υπηρεσίες πληροφοριών.

Αυτή η υπερσυγκέντρωση εξουσίας προκάλεσε ακόμη και αμερικανικές κυρώσεις: ήδη από το 2019, η κυβέρνηση Τραμπ είχε στοχοποιήσει επίσημα το Γραφείο του Ανώτατου Ηγέτη, αναγνωρίζοντάς το ως νευραλγικό κόμβο του ιρανικού συστήματος εξουσίας. Παρά την έντονη ενσωμάτωση στη δομή του κράτους, πολλοί αναλυτές περιγράφουν το Bayt ως «κράτος εν κράτει», ένα παράλληλο σύστημα λήψης αποφάσεων που μπορεί να υπερκεράσει θεσμούς, εκλεγμένη κυβέρνηση και Κοινοβούλιο.

Μοτζταμπά Χαμενεΐ, οι Φρουροί της Επανάστασης και η επόμενη μέρα στο Ιράν

Ο ίδιος ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ «μεγάλωσε» πολιτικά μέσα στο Bayt: ήταν 22 ετών όταν ο πατέρας του ανέλαβε ανώτατος ηγέτης το 1989 και από τότε κινήθηκε στο κέντρο αυτού του δικτύου, χτίζοντας δεσμούς με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης από τα νεανικά του χρόνια, ακόμη και από τη συμμετοχή του σε μη μάχιμο ρόλο προς το τέλος του πολέμου Ιράν–Ιράκ. Ως ενδιάμεσος μεταξύ του πατέρα του και της νέας γενιάς διοικητών των Φρουρών, φέρεται να είχε καθοριστικό λόγο στις τοποθετήσεις κορυφαίων στρατιωτικών στελεχών, ενισχύοντας την προσωπική του επιρροή πάνω στον πιο ισχυρό στρατιωτικό μηχανισμό της χώρας.

Παρά ταύτα, η θρησκευτική νομιμοποίησή του θεωρείται περιορισμένη: ο Μοτζταμπά χαρακτηρίζεται από ειδικούς ως μεσαίου βαθμού κληρικός, την ώρα που το επίσημο αφήγημα σπεύδει να τον προσφωνεί «αγιατολάχ», επιχειρώντας να καλύψει το κενό κύρους. Η απόφαση της Συνέλευσης των Ειδικών να τον αναδείξει διάδοχο, έπειτα από χρόνια εικασιών για ένα σχεδόν «κληρονομικό» σενάριο, ερμηνεύεται από αναλυτές ως επιλογή θεσμικής συνέχειας: μια κίνηση της ιρανικής «βαθιάς κρατικής» ελίτ για να διασφαλίσει ότι η γραμμή σκληρής ασφάλειας θα παραμείνει αδιατάρακτη εν μέσω πολέμου και εσωτερικών αναταράξεων, σύμφωνα με τους New York Times.

Καθώς η Ισλαμική Δημοκρατία μετακινήθηκε σταδιακά από μια θεοκρατία σε ένα «θεοκρατικό καθεστώς ασφαλείας» υπό τον Αλί Χαμενεΐ, αρκετοί ειδικοί προειδοποιούν ότι με τον Μοτζταμπά το εκκρεμές πάει ακόμη πιο μακριά: προς ένα καθαρό «κράτος ασφαλείας», όπου η δύναμη των όπλων και των μυστικών υπηρεσιών υπερισχύει ακόμη και του θρησκευτικού ιερατείου. Η εικόνα χιλιάδων Ιρανών που κρατούν αφίσες με τον νέο ηγέτη και τον πατέρα του στους δρόμους της Τεχεράνης δείχνει την προσπάθεια του καθεστώτος να οικοδομήσει έναν μύθο «ομαλής διαδοχής», ωστόσο η δυναστική διάσταση της επιλογής και η ένταση του πολέμου με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ προμηνύουν μια περίοδο βαριάς καταστολής στο εσωτερικό και σκληρής γραμμής στο εξωτερικό μέτωπο.