Ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει επικίνδυνα το μπρα ντε φερ με το Ιράν, εγκλωβισμένος σε μια «κρίση που ο ίδιος προκάλεσε», καθώς εξετάζει πλέον ανοιχτά το ενδεχόμενο μιας μεγάλης στρατιωτικής επίθεσης κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Την ώρα που ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι στόχος παραμένει μια «συμφωνία», το τεράστιο στρατιωτικό αποτύπωμα των ΗΠΑ γύρω από το Ιράν και η απουσία ιρανικών υποχωρήσεων φέρνουν την περιοχή ένα βήμα πριν από έναν νέο πόλεμο με απρόβλεπτες συνέπειες.
Αφετηρία της τωρινής κρίσης υπήρξε η υπόσχεση Τραμπ ότι θα «διασώσει» τους Ιρανούς διαδηλωτές από τη βίαιη καταστολή του καθεστώτος, μια δέσμευση που γρήγορα μετατράπηκε σε μοχλό πίεσης, χωρίς όμως σαφή στρατηγική στόχευση. Για εβδομάδες ο Αμερικανός πρόεδρος εναλλάσσει δικαιολογίες για ένα πλήγμα κατά του Ιράν, από την ανάγκη να τερματιστεί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο ισχυριζόταν ότι ήδη έχει «εξαφανίσει», μέχρι την εξουδετέρωση φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών και βαλλιστικών πυραύλων που δεν μπορούν καν να πλήξουν αμερικανικό έδαφος. Όπως σημειώνουν ειδικοί της Μέσης Ανατολής, η Ουάσινγκτον κινείται σε ένα «καρουζέλ» επιχειρημάτων για στρατιωτική δράση, χωρίς να απαντά πειστικά στο βασικό ερώτημα: γιατί οι ΗΠΑ το κάνουν αυτό εξαρχής.
Τραμπ, Ιράν και η μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος μετά το Ιράκ
Σε επίπεδο επιχειρησιακό, ο Τραμπ έχει ήδη διατάξει την ανάπτυξη της μεγαλύτερης αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης στη Μέση Ανατολή από εποχής πολέμου στο Ιράκ, με δεύτερο αεροπλανοφόρο, το USS Gerald R Ford, να πλέει στην ανατολική Μεσόγειο, ανοιχτά της Κρήτης. Παρά τις αλλεπάλληλες απειλές για «περιορισμένα χτυπήματα» ή και ευρύτερη επιχείρηση, η Τεχεράνη δεν έχει προσέλθει σε διαπραγμάτευση, γεγονός που προκαλεί αμηχανία στην Ουάσινγκτον και εντείνει την αίσθηση ότι η πίεση δεν αποδίδει. Ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου, Στιβ Γουίτκοφ, δηλώνει δημόσια ότι ο Τραμπ αναρωτιέται γιατί, μπροστά σε τόσο ναυτικό «μυϊκό» εκφοβισμό, το Ιράν δεν δηλώνει απλώς ότι «δεν θέλει πυρηνικό όπλο», ενώ ο ίδιος ο Γουίτκοφ κινείται σε δραματικούς τόνους λέγοντας ότι η Τεχεράνη βρίσκεται «μάλλον μία εβδομάδα» μακριά από υλικό βιομηχανικού επιπέδου για βόμβα, εκτίμηση που δεν συμμερίζονται οι ειδικοί.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ επιμένει πως το Ιράν «δεν μπορεί» να αποκτήσει πυρηνικό όπλο ούτε ικανότητα εμπλουτισμού ουρανίου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αν δεν υπάρξει συμφωνία, θα επαναλάβει ένα «πολύ σκληρό» προηγούμενο. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ δηλώνει ότι «όλα είναι στο τραπέζι» και ότι η δουλειά του Πενταγώνου είναι να προετοιμάζει σενάρια, την ώρα που ο ίδιος ο πρόεδρος σπεύδει να διαψεύσει δημοσιεύματα πως ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων αντιτάχθηκε σε επίθεση εναντίον του Ιράν. Ωστόσο, ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι, ακόμη και με την άφιξη του δεύτερου αεροπλανοφόρου, οι ΗΠΑ μπορούν να διατηρήσουν μόνο τέσσερις έως πέντε ημέρες έντονων αεροπορικών επιχειρήσεων ή μία εβδομάδα χαμηλότερης έντασης, πριν αρχίσει να πιέζεται η επιχειρησιακή τους αντοχή.
Τραμπ – Ιράν: ο κίνδυνος ενός πολέμου που «κανείς δεν θέλει»
Παρά την κλιμάκωση, ο Λευκός Οίκος γνωρίζει ότι κάθε νέο χτύπημα ή, πολύ περισσότερο, ένας ευρείας κλίμακας πόλεμος με το Ιράν θα πυροδοτούσε σφοδρή ιρανική αντίδραση σε αμερικανικές βάσεις, συμμάχους και κρίσιμες ενεργειακές υποδομές στην περιοχή. Οι πολιτικοί κίνδυνοι στο εσωτερικό είναι εξίσου σοβαροί, καθώς τυχόν αμερικανικές απώλειες θα μπορούσαν να αποξενώσουν μέρος της σκληρής βάσης του Τραμπ, ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα των Ρεπουμπλικανών, και η πλειονότητα των Δημοκρατικών, αντιτίθενται σε στρατιωτική επέμβαση εναντίον του Ιράν υπό τις σημερινές συνθήκες. Όπως σημειώνουν αναλυτές, η κυβέρνηση «υπνοβατεί προς έναν πόλεμο, αναζητώντας στρατηγική», τη στιγμή που στο περιβάλλον του Τραμπ οι υπερσυντηρητικοί ζητούν ανοιχτά αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, υποστηρίζοντας ότι το σημερινό Ιράν είναι «πιο αδύναμο από ποτέ» και ότι η Αμερική δεν μπορεί να αφήσει το θέμα «στην επόμενη γενιά», σύμφωνα με τους Financial Times.
Στο παρασκήνιο, ο Τραμπ εμφανίζεται ενθαρρυμένος από τις προηγούμενες «ζαριές» του απέναντι στο Ιράν, οι οποίες, κατά την άποψή του, δικαίωσαν την επιθετική του γραμμή. Η αποχώρηση από τη συμφωνία για τα πυρηνικά το 2018, η δολοφονία του στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί το 2020 και οι βομβαρδισμοί σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις πέρυσι – κινήσεις που, σύμφωνα με αναλυτές, θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει περιφερειακή ανάφλεξη – ενίσχυσαν την πεποίθηση του προέδρου ότι η Τεχεράνη είναι ένας «χάρτινος τίγρης» και ότι μπορεί να ρισκάρει κλιμάκωση με περιορισμένο κόστος. Έτσι, ακόμη κι αν δεν επιδιώκει, όπως λένε ειδικοί, μια κατά μέτωπο στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν, δείχνει να πιστεύει πως, αν φτάσει εκεί, οι πιθανότητές του να «κερδίσει» είναι με το μέρος του.