Η Ευρώπη ανοίγει τώρα τον δικό της, ιδιαίτερα οδυνηρό φάκελο «Έπσταϊν», αναδεικνύοντας πτυχές που οι αμερικανικές αρχές άφησαν ουσιαστικά στο σκοτάδι. Την ώρα που το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης επέμενε ότι δεν προκύπτουν νέα αδικήματα από τα εκατομμύρια εγγράφων που δόθηκαν στη δημοσιότητα, ευρωπαϊκές εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές εντόπισαν υλικό ικανό να στηρίξει ανοιχτές ποινικές έρευνες για πολιτικά πρόσωπα πρώτης γραμμής.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι αρχές προχώρησαν στην εντυπωσιακή σύλληψη του πρώην πρίγκιπα Άντριου με την κατηγορία της «κακής διαχείρισης δημόσιου αξιώματος», έγκλημα που δεν υπάρχει στο ομοσπονδιακό δίκαιο των ΗΠΑ. Παράλληλα, η βρετανική αστυνομία ερευνά και τον πρώην πρεσβευτή στο Λονδίνο, Πίτερ Μάντελσον, ενώ η Νορβηγία απήγγειλε κατηγορίες για διαφθορά σε βάρος του πρώην πρωθυπουργού Θόρμπγιορν Γιάγκλαντ, με επίκεντρο δώρα, ταξίδια και δάνεια που φέρεται να συνδέονται με τον ρόλο του στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Όλοι οι εμπλεκόμενοι αρνούνται κάθε παρανομία, ωστόσο οι εικόνες με αστυνομικούς να μπαίνουν σε πολυτελείς κατοικίες στην καρδιά του Λονδίνου αποτυπώνουν το πολιτικό βάρος της υπόθεσης.

Η διαφορετική «αντοχή» της Ευρώπης στον Έπσταϊν

Νομικοί επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται μόνο για διαφορετικό νομικό πλαίσιο μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, αλλά και για διαφορετική πολιτική κουλτούρα γύρω από τις σχέσεις της ελίτ με τον Τζέφρι Έπσταϊν. Στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος έχει πολύ μεγαλύτερο έλεγχο επί του Υπουργείου Δικαιοσύνης και μεγαλύτερη πολιτική θωράκιση σε σχέση με έναν Ευρωπαίο πρωθυπουργό, σημειώνει ο καθηγητής Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην επικεφαλής δεοντολογίας στον Λευκό Οίκο. Στην Ευρώπη, αντίθετα, η δημόσια ανοχή για στενές σχέσεις αξιωματούχων με καταδικασμένο δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων εμφανίζεται πολύ χαμηλότερη, ανοίγοντας τον δρόμο για ποινικές έρευνες ακόμη και όταν δεν προκύπτουν νέες κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση.

Τα «Έπσταϊν» αρχεία ως νάρκη για την Ευρώπη

Τα έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν δείχνουν πώς ο Έπσταϊν αξιοποίησε το διεθνές δίκτυο γνωριμιών του για να προσελκύει θύματα, να συνδέει ισχυρούς άνδρες με νεαρές γυναίκες και να λαμβάνει ευαίσθητες, εμπιστευτικές πληροφορίες από συνεργάτες σε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Άντριου Μάουντμπατεν-Γουίνδσορ, ο οποίος –σύμφωνα με τα αρχεία– φέρεται να προωθούσε εμπιστευτικές κυβερνητικές αναφορές προς τον Έπσταϊν κατά τη θητεία του ως ειδικός απεσταλμένος για το διεθνές εμπόριο το 2010. Ο πρώην πρίγκιπας, που έχει επανειλημμένα αρνηθεί οποιαδήποτε παρανομία, έχει ανακριθεί αλλά δεν έχει ακόμη κατηγορηθεί επισήμως.

Στη Γαλλία, η εισαγγελέας του Παρισιού Λορ Μπεκό ανακοινώνει τη δημιουργία ειδικής ομάδας που θα «ξεσκαρτάρει» τα εκατομμύρια σελίδες των αμερικανικών εγγράφων, εστιάζοντας σε πιθανή εμπορία ανθρώπων και οικονομικά εγκλήματα συνεργατών του Έπσταϊν. Ήδη βρίσκεται στο στόχαστρο ο πρώην υπουργός Πολιτισμού Ζακ Λανγκ, ο οποίος ερευνάται για ενδεχόμενη φορολογική απάτη συνδεόμενη με πληρωμές από τον Αμερικανό χρηματιστή και βλέπει το γραφείο του στο Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου να υφίσταται αιφνιδιαστική έρευνα από τις αρχές. Ο Λανγκ, που παραιτήθηκε πρόσφατα από την προεδρία του Ινστιτούτου, δια του συνηγόρου του αρνείται ότι αυτός ή η οικογένειά του έλαβαν χρήματα από τον Έπσταϊν.

Από τη Νορβηγία μέχρι τις Βαλτικές χώρες, το όνομα «Έπσταϊν» στοιχειώνει πλέον την Ευρώπη. Ο Γιάγκλαντ, ο οποίος είχε φιλοξενήσει τον Έπσταϊν στο Στρασβούργο και φέρεται να είχε εξετάσει ακόμη και επίσκεψη στο διαβόητο νησί του στην Καραϊβική, κατηγορείται για βαρύτατη διαφθορά, ενώ οι αρχές της Λιθουανίας και της Λετονίας ανοίγουν φακέλους για ενδεχόμενη διακίνηση γυναικών από τις χώρες τους προς τα κυκλώματα του χρηματιστή, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.

Η κινητικότητα στην Ευρώπη αυξάνει την πίεση προς την Ουάσιγκτον, όπου το Κογκρέσο επέβαλε την πλήρη δημοσιοποίηση των «Έπσταϊν files» παρά τις αντιρρήσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τόμας Μάσι, συντάκτης του νόμου διαφάνειας, έσπευσε να πανηγυρίσει τη σύλληψη του Άντριου ως «μέτρο επιτυχίας» της πρωτοβουλίας του, καλώντας ανοιχτά την γενική εισαγγελέα Παμ Μπόντι και το FBI να κινηθούν με την ίδια αποφασιστικότητα και στις ΗΠΑ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιμένει πως, εάν προκύψουν στοιχεία για άνδρες που κακοποίησαν γυναίκες και υπάρχει επαρκές αποδεικτικό υλικό, θα ασκηθούν διώξεις – μέχρι στιγμής όμως, η πιο επιθετική στάση καταγράφεται στην ευρωπαϊκή πλευρά του Ατλαντικού.