Οι ΗΠΑ έχουν βάλει μπρος μια επιθετική, παγκόσμια κούρσα για την εξασφάλιση κρίσιμων ορυκτών που τροφοδοτούν από ραντάρ και οπλικά συστήματα μέχρι μπαταρίες ηλεκτρικών αυτοκινήτων, αφήνοντας την Ευρώπη να τρέχει ασθμαίνοντας από πίσω. Την ώρα που Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον ετοιμάζουν μια κοινή «λέσχη αγοραστών» για να σπάσουν την εξάρτηση από την Κίνα, ο κίνδυνος είναι η ΕΕ να καταλήξει να χρηματοδοτεί την προνομιακή πρόσβαση των Αμερικανών στα στρατηγικά αυτά αποθέματα.

Οι εντάσεις δεν είναι θεωρητικές: ακόμη και μετά τις απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας στις αρχές του έτους, οι δύο πλευρές οδεύουν σε μια συμφωνία που κινδυνεύει να παγιώσει μια βαθιά άνιση σχέση ισχύος υπέρ των ΗΠΑ. Η Ευρώπη, που εδώ και πάνω από μία δεκαετία παράγει στόχους, οδικούς χάρτες και μνημόνια συνεργασίας, έχει ελάχιστα απτά αποτελέσματα στην πραγματική ασφάλεια εφοδιασμού, την ώρα που η άλλη πλευρά του Ατλαντικού «ανοίγει το πορτοφόλι» και κλείνει στρατηγικές συμφωνίες σε Βραζιλία, Αυστραλία, Καζακστάν και Κονγκό.

ΗΠΑ και ορυκτά: Μια συμμαχία με ανισοβαρή όρους

Στην Ουάσιγκτον, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο συγκέντρωσε πάνω από 50 χώρες σε μια υπουργική διάσκεψη για τη δημιουργία συμμαχίας στα κρίσιμα ορυκτά, προειδοποιώντας ότι η παραγωγή είναι «βαθιά συγκεντρωμένη στα χέρια μιας χώρας» – της Κίνας – και χρησιμοποιείται ως «εργαλείο γεωπολιτικού εκβιασμού». Η υπενθύμιση ήταν σαφής: το Πεκίνο ανάγκασε πέρυσι τον Τραμπ να υποχωρήσει από ένα πακέτο μαζικών δασμών, απειλώντας να «κλείσει τη στρόφιγγα» εξαγωγών σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων υλών προς τη Δύση.

Ως απάντηση, ΗΠΑ και ΕΕ ετοιμάζουν μνημόνιο κατανόησης για τις πρώτες ύλες, με στόχο οι «φίλιες» χώρες να συντονίσουν τις αγορές τους και να αποφύγουν την κούρσα προσφορών που ανεβάζει τις τιμές και ενισχύει την κινεζική μόχλευση. Η Ουάσιγκτον επεξεργάζεται μάλιστα μηχανισμό ελάχιστων τιμών για συγκεκριμένα ορυκτά, ώστε να προστατεύσει δυτικούς παραγωγούς από κρατικά επιδοτούμενους κινεζικούς κολοσσούς – ιδέα που οι Βρυξέλλες εξετάζουν μεν, αλλά ήδη διαμηνύουν ότι πρέπει να είναι «εξαιρετικά στοχευμένη» και ότι δεν χωρά στην τρέχουσα διαπραγμάτευση.

ΗΠΑ και ορυκτά: επιθετική στρατηγική, παθητική Ευρώπη

Το χάσμα στρατηγικής είναι εντυπωσιακό: η ΕΕ θέτει στόχο έως το 2030 να εξορύσσει το 10%, να επεξεργάζεται το 40% και να ανακυκλώνει το 25% των στρατηγικών πρώτων υλών που καταναλώνει ετησίως, ιδρύει ευρωπαϊκό κέντρο αποθεματοποίησης και εξαγγέλλει 3 δισ. ευρώ για έργα εξόρυξης. Οι ΗΠΑ, αντιθέτως, κινούνται με «καουμπόικο» ρεαλισμό: υπογράφουν διμερείς συμφωνίες και κλειδώνουν ολόκληρη την παραγωγή κοιτασμάτων για χρόνια, πριν καν οι Ευρωπαίοι προλάβουν να προσγειωθούν.

Χαρακτηριστικό επεισόδιο είναι η περίπτωση της Βραζιλίας, όπου ο Ευρωπαίος επίτροπος Στεφάν Σεζουρνέ ετοιμαζόταν να υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας για σπάνιες γαίες, αλλά τρεις ημέρες πριν το ταξίδι του ανακάλυψε ότι οι ΗΠΑ είχαν ήδη αγοράσει όλη την παραγωγή του τοπικού μεταλλευτικού έργου έως το 2030. Παράλληλα, η αμερικανική DFC διοχετεύει 565 εκατ. δολάρια σε ορυχείο σπανίων γαιών στη Βραζιλία, η Exim Bank ευαγγελίζεται 2,2 δισ. επενδύσεων σε έργα κρίσιμων ορυκτών στην Αυστραλία, ενώ αμερικανικό κεφάλαιο μπαίνει ως εταίρος σε κολοσσιαίο κοίτασμα βολφραμίου στο Καζακστάν και η κρατική Gécamines του Κονγκό δεσμεύεται να στείλει 100.000 τόνους χαλκού στην αμερικανική αγορά βάσει διμερούς στρατηγικής συμφωνίας.

ΗΠΑ – ορυκτά: Ποιος πληρώνει το «America First»

Πέρα από τη γεωπολιτική, υπάρχει και η ωμή αριθμητική: το πρόγραμμα στρατηγικής αποθεματοποίησης κρίσιμων ορυκτών της κυβέρνησης Τραμπ φτάνει τα 12 δισ. δολάρια, συντρίβοντας σε κλίμακα τα 3 δισ. ευρώ που έχει ανακοινώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν είναι τυχαίο ότι επενδυτές και παράγοντες της αγοράς μιλούν για μια Ουάσιγκτον που «κινείται με ρυθμούς που οι υπόλοιποι δεν μπορούν να ακολουθήσουν», ενώ ευρωπαίοι βουλευτές προειδοποιούν πως αν η ΕΕ δεν «βάλει λεφτά στο τραπέζι», οι ΗΠΑ δεν θα την παίρνουν πλέον στα σοβαρά ως εταίρο.

Κι όμως, στις Βρυξέλλες επιμένουν ότι η εικόνα δεν είναι τόσο ζοφερή, επικαλούμενοι 15 μνημόνια συνεργασίας με τρίτες χώρες και 67 εξορυκτικά έργα που έχουν ενταχθεί στη λίστα στρατηγικών, με ταχεία αδειοδότηση και θεσμική στήριξη. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο όμως βρίσκει πως όλες αυτές οι πρωτοβουλίες «δεν έχουν ακόμη παράξει απτά αποτελέσματα» στη διαφοροποίηση των εισαγωγών, ενώ η όποια ενίσχυση του κοινοτικού προϋπολογισμού για ορυκτά – μεταξύ 5 και 10 δισ. ευρώ – δεν θα ενεργοποιηθεί πριν από το 2028, όταν η Ουάσιγκτον θα έχει ήδη κλειδώσει μεγάλο μέρος των διαθέσιμων πόρων, σύμφωνα με το Politico.

Στην Αφρική, η υπουργός Εξωτερικών της ΛΔ Κονγκό σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι οι πόρτες για την Ευρώπη παραμένουν ανοικτές, αλλά διαπιστώνει με νόημα ότι δεν έχει δει «μαζική κινητοποίηση» της ΕΕ αντίστοιχη με αυτή των ΗΠΑ και της Κίνας. Το μήνυμα είναι σαφές: αν η ΕΕ συνεχίσει να «κάθεται στο παιδικό τραπέζι», όπως λέει χαρακτηριστικά στέλεχος γερμανικής εταιρείας εμπορίας σπάνιων γαιών, τότε οι ΗΠΑ όχι μόνο θα διασφαλίσουν τα κρίσιμα ορυκτά για τη δική τους ασφάλεια, αλλά θα το κάνουν, σε μεγάλο βαθμό, με ευρωπαϊκά χρήματα.
.