Οι ΗΠΑ έχουν καταναλώσει μέσα σε λίγες μόλις ημέρες πολέμου με το Ιράν ποσότητες πυραύλων που αντιστοιχούν σε «χρόνια» αποθεμάτων, προκαλώντας καμπανάκι κινδύνου για την αντοχή της αμερικανικής πολεμικής μηχανής και το πραγματικό κόστος της σύγκρουσης. Σύμφωνα με πηγές που επικαλούνται οι Financial Times, η κυβέρνηση Τραμπ έχει προχωρήσει σε μαζική χρήση προηγμένων μακρού βεληνεκούς πυραύλων Tomahawk, σε σημείο που αξιωματούχοι μιλούν για μια «τεράστια κατανάλωση» που το αμερικανικό ναυτικό θα «αισθάνεται για πολλά χρόνια». Την ίδια ώρα, η σύγκρουση έχει ήδη εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και έχει παγώσει έναν κρίσιμο θαλάσσιο εμπορικό διάδρομο, μεταφέροντας το βάρος του πολέμου στις τσέπες των Αμερικανών ψηφοφόρων μέσω των ακριβών καυσίμων.
ΗΠΑ και πύραυλοι: οικονομία πολέμου σε κρίσιμη δοκιμασία
Πίσω από τις θεαματικές εικόνες εκτοξεύσεων κρύβεται μια σκληρή αριθμητική: μόνο στις πρώτες έξι μέρες των επιχειρήσεων, το κόστος του πολέμου ξεπέρασε τα 11 δισ. δολάρια, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά πυραύλους και άλλα πυρομαχικά υψηλής τεχνολογίας. Κάθε βολή από συστήματα όπως οι Patriot και οι Thaad κοστίζει εκατομμύρια δολάρια, την ώρα που η Τεχεράνη, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, μπορεί να παράγει επιθετικά drones Shahed με περίπου 30.000 δολάρια το ένα, αναδεικνύοντας ένα ανισόρροπο «κόστος ανά βολή» που, όπως παραδέχονται ακόμα και γερουσιαστές, «δεν βγαίνει μαθηματικά». Παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και του Λευκού Οίκου ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «περισσότερα από αρκετά» αποθέματα για να συντηρήσουν την εκστρατεία όσο χρειαστεί, η πραγματικότητα των αριθμών οδηγεί το Πεντάγωνο σε αίτημα συμπληρωματικής χρηματοδότησης έως και 50 δισ. δολαρίων προς το Κογκρέσο.
Το πολιτικό κόστος των πυραύλων για τις ΗΠΑ
Το αίτημα αυτό αναμένεται να ανοίξει ένα σφοδρό μέτωπο στην Ουάσιγκτον, με Ρεπουμπλικάνους δημοσιονομικούς «γεράκια» να αντιδρούν σε νέα τεράστια επιβάρυνση των φορολογουμένων και Δημοκρατικούς να καταγγέλλουν εξαρχής τον πόλεμο ως παράνομο, επειδή ο Τραμπ δεν ζήτησε έγκριση του Κογκρέσου. Ακόμη και στελέχη όπως η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Λίζα Μουρκόφσκι προειδοποιούν ότι το Πεντάγωνο δεν μπορεί να αντιμετωπίζει το Κογκρέσο ως «υπογράφοντα επιταγές χωρίς ερωτήσεις», ζητώντας πλήρη διαφάνεια για το πώς καταναλώνονται οι πανάκριβοι πύραυλοι και οι αναχαιτιστές. Την ίδια στιγμή, ο πρώην ηγέτης των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ, καλεί τους συναδέλφους του να εγκρίνουν τα κονδύλια επικαλούμενος την ανάγκη ενίσχυσης της αποτροπής, υποστηρίζοντας ότι η «αδυναμία προκαλεί προκλήσεις» ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, σύμφωνα με τους Financial Times.
ΗΠΑ: πύραυλοι, αποθέματα και ο φόβος της επόμενης κρίσης
Πέρα από το άμεσο οικονομικό και πολιτικό κόστος, η καταιγιστική χρήση πυραύλων ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τη διαθεσιμότητα αμερικανικών αποθεμάτων σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων, από την Ουκρανία μέχρι την αντιπαράθεση με την Κίνα. Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι εδώ και χρόνια ανησυχούν πως η κατανάλωση κρίσιμων πυρομαχικών, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες γραμμές παραγωγής, μπορεί να αφήσει τις ΗΠΑ εκτεθειμένες σε μελλοντικές συγκρούσεις, κάτι που φάνηκε ήδη στις δυσκολίες ενίσχυσης της Ουκρανίας λόγω ανεπαρκών αποθεμάτων.
Οι Tomahawk, με υποηχητική ταχύτητα, κεφαλή 1.000 λιβρών και τιμή περίπου 3,6 εκατ. δολάρια το κομμάτι, αποτελούν ενδεικτικό παράδειγμα: μέσα σε πέντε χρόνια, ο αμερικανικός στρατός αγόρασε μόλις 322, ενώ μόνο στα πρώτα 100 ώρες του πολέμου με το Ιράν εκτιμάται ότι εκτοξεύτηκαν 168, χωρίς να υπολογίζονται οι δεκάδες που χρησιμοποιήθηκαν το 2024–2025 εναντίον των Χούθι στην Υεμένη και ιρανικών στόχων στο Ισφαχάν. Η εικόνα αυτή αφήνει την Ουάσιγκτον με το δύσκολο δίλημμα να συνεχίσει μια εξαιρετικά δαπανηρή στρατιωτική εκστρατεία που αποδομεί τα αποθέματά της ή να αναζητήσει τρόπους αποκλιμάκωσης, την ώρα που η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ δείχνει ολοένα και πιο δυσαρεστημένη με έναν ακόμη, κοστοβόρο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.