Μια εξομολόγηση για το μέγεθος του ανέκδοτου έργου του έκανε ο Γιώργος Θεοφάνους κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας του στην εκπομπή «Στούντιο 4». Ο δημιουργός περιέγραψε την αντίδραση των παιδιών του όταν ήρθαν σε επαφή με το πλήθος των συνθέσεων που φυλάσσει στο αρχείο του, εκφράζοντας παράλληλα τον προβληματισμό του για το τοπίο στην ελληνική μουσική σήμερα.

«Και τους δείχνω το κινητό μου –δεν το έχω μαζί μου, είναι κάπου μέσα– έχει ακυκλοφόρητα 500 τραγούδια, 600 τραγούδια. Πάρα πολλά. Μου λένε: “Καλά, πού θα τα δώσεις όλα αυτά;” Τώρα που δεν είναι ο Πάριος, δεν είναι ο Νταλάρας, δεν είναι η Χαρούλα, δεν είναι η Μαρινέλλα, δεν είναι η Βιτάλη, δεν είναι…» ανέφερε ο συνθέτης, περιγράφοντας το κενό που αισθάνεται μετά την αποχή ή τη σταδιακή απόσυρση των κορυφαίων φωνών της χώρας.

Η νέα συνεργασία με την Έλενα Παπαρίζου

Σε μια προσπάθεια να συνδεθεί με το σήμερα, ο Γιώργος Θεοφάνους αποκάλυψε πως βρίσκεται σε φάση δημιουργίας με την Έλενα Παπαρίζου, σε ένα project που αναμενόταν για καιρό.

«Επιτέλους κάνουμε κάτι μετά από τόσα χρόνια, λίγο πιο ποπ και τέτοια. Τους έβαζα Έλενα. Δεν τους βάζω τώρα τη Γλυκερία, δεν την ξέρουν καν τα παιδιά», εξήγησε, παραδεχόμενος πως οι νεότερες γενιές έχουν διαφορετικά ακούσματα. Όταν η κουβέντα έφτασε στη σύγκριση των παλιών θρύλων με τους νέους καλλιτέχνες, ο ίδιος προτίμησε να κρατήσει μια πιο μετρημένη στάση, παρά την προσωπική του αισθητική.

«Πάντως εγώ που έζησα τους προηγούμενους στα αυτιά μου μέσα και στην καρδιά μου μέσα, δεν έχουν καμία σχέση. Παρόλα αυτά, δεν θα τους απορρίψω. Δηλαδή πιο εύκολα αυτοί απορρίπτουν εμένα τώρα που είμαι πιο παλιός, παρά να γίνει το αντίθετο», σημείωσε με νόημα.

Το χάσμα των γενεών και οι «χρυσές» ταμπέλες

Ο συνθέτης ανακάλεσε στη μνήμη του μια κουβέντα με έναν νεότερο συνάδελφο, ο οποίος τον έβαλε σε σκέψεις για το πώς αντιλαμβανόμαστε την ιστορία της νύχτας και των μεγάλων σχημάτων του παρελθόντος.

«Μου την είπε ένας μικρός κάποτε, που είπα αυτό το πράγμα που λες, και μου λέει: “Καλά, τότε άμα δούμε μια ταμπέλα σήμερα που γράφει Στράτος Διονυσίου, Φαντασία ξέρω ‘γω, ένα πώς το λένε, μια ταμπέλα μαγαζιού, Στράτος Διονυσίου, Νταλάρας, Αλεξίου και Μοσχολιού –δεν θυμάμαι, λέω–… Όλοι αυτοί ήταν όπως τους έχουμε τώρα στο μυαλό μας; Ή είναι όπως τα καλοκαιρινά μαγαζιά ξέρω ‘γω στην παραλία που είναι τώρα αυτά τα παιδιά και τραγουδάνε; Δεν ξέρω”», κατέληξε, αφήνοντας το ερώτημα για τη διαχρονικότητα των καλλιτεχνών ανοιχτό.