Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εγκαινίασε την πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» στην Ουάσινγκτον, ανακοινώνοντας ότι έχουν ήδη συγκεντρωθεί 7 δισ. δολάρια για το ταμείο ανοικοδόμησης της Γάζας, σε μια πρωτοβουλία που συνδέεται άμεσα με τον, ακόμη μακρινό, στόχο του αφοπλισμού της Χαμάς. Το νέο όργανο, στο οποίο συμμετέχει το Ισραήλ αλλά όχι Παλαιστίνιοι εκπρόσωποι, επιχειρεί να εμφανιστεί ως πλατφόρμα διαχείρισης μεταπολεμικών κρίσεων, την ώρα που ο Τραμπ απειλεί με πόλεμο το Ιράν και προωθεί τεράστια στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.

Στο τέλος μιας μακρόσυρτης, σχεδόν προεκλογικού χαρακτήρα ομιλίας, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα συνεισφέρουν 10 δισ. δολάρια στο «Συμβούλιο Ειρήνης», ενώ όπως είπε οι συμμετέχουσες χώρες έχουν ήδη δεσμεύσει 7 δισ. ως «προκαταβολή» για την ανοικοδόμηση της Γάζας. Παράλληλα, η FIFA φέρεται να έχει υποσχεθεί 75 εκατ. δολάρια για ποδοσφαιρικά έργα στην περιοχή, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη θα διαθέσουν 2 δισ. δολάρια σε ανθρωπιστική βοήθεια, τη στιγμή που η πραγματική πρόοδος στο μέτωπο του αφοπλισμού της Χαμάς παραμένει αβέβαιη. Ο ίδιος ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι ο στόχος αυτός «απέχει πολύ από το να γίνει πραγματικότητα», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο χρήσης βίας εάν η οργάνωση δεν παραδώσει τον οπλισμό της.

Το «Συμβούλιο Ειρήνης» Τραμπ χωρίς Παλαιστίνιους

Η σύνθεση και οι αρμοδιότητες του «Συμβουλίου Ειρήνης» προκαλούν ήδη έντονες αντιδράσεις, καθώς περιλαμβάνει το Ισραήλ αλλά όχι κανέναν Παλαιστίνιο εκπρόσωπο, κάτι που εγείρει ερωτήματα για τη νομιμοποίηση και την αποτελεσματικότητά του. Η πρόταση Τραμπ να επεκταθεί σταδιακά πέρα από τη Γάζα και να αναλάβει ρόλο και σε άλλες συγκρούσεις διεθνώς έχει τροφοδοτήσει ανησυχίες ότι μπορεί να υπονομεύσει τον ΟΗΕ ως βασική σκηνή παγκόσμιας διπλωματίας, παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι «θα ενισχύσει τα Ηνωμένα Έθνη». Την ίδια στιγμή, ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι προανήγγειλαν τη συγκρότηση Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης με χιλιάδες στρατιώτες από διάφορες χώρες, οι οποίοι θα αναπτυχθούν στη Γάζα για τη διατήρηση της εύθραυστης ειρήνης όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Στο έδαφος, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου διαμηνύει ότι η Χαμάς θα αφοπλιστεί «εθελοντικά ή δια της βίας», προειδοποιώντας ότι σύντομα η οργάνωση θα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα της ειρηνικής παράδοσης ή της βίαιης αποστρατιωτικοποίησης. Από τη Γάζα, ο εκπρόσωπος της Χαμάς Χάζεμ Κασίμ δηλώνει ότι κάθε διεθνής δύναμη οφείλει να επιβλέπει την εκεχειρία και να αποτρέπει τη συνέχιση της «ισραηλινής κατοχικής επιθετικότητας», αφήνοντας ανοιχτό μόνο το ενδεχόμενο να συζητηθεί ο αφοπλισμός, χωρίς όμως ξεκάθαρη δέσμευση. Η οργάνωση, που έχει επανέλθει στη διοίκηση της κατεστραμμένης λωρίδας, δηλώνει έτοιμη να παραδώσει τη διαχείριση σε επιτροπή Παλαιστινίων τεχνοκρατών με αμερικανική στήριξη, υπό τον Άλι Σαάθ, αλλά καταγγέλλει ότι το Ισραήλ δεν τους επιτρέπει την είσοδο στη Γάζα.

Το Συμβούλιο Ειρήνης Τραμπ και η σκιά του Ιράν

Η πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» διεξήχθη υπό τη βαριά σκιά της αντιπαράθεσης με το Ιράν, καθώς ο Τραμπ απείλησε ανοιχτά με πόλεμο αν η Τεχεράνη δεν εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι μέσα σε δέκα ημέρες θα είναι σαφές αν υπάρχει περιθώριο για μια «ουσιαστική συμφωνία» με το Ιράν, την ώρα που οι ΗΠΑ ενισχύουν θεαματικά τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή. Η εκδήλωση έμοιαζε περισσότερο με προεκλογική συγκέντρωση παρά με διπλωματική διάσκεψη, με μουσική από Έλβις Πρίσλεϊ και Beach Boys και κόκκινα καπέλα «Trump» να μοιράζονται στους προσκεκλημένους, σε μια εικόνα που τροφοδοτεί τις επικρίσεις ότι ο Λευκός Οίκος συγχωνεύει τη διεθνή πολιτική με το εσωτερικό πολιτικό αφήγημα του προέδρου.

Ο Τραμπ επιμένει ότι η «δέσμη των 20 σημείων» για τη Γάζα, που οδήγησε στην εύθραυστη εκεχειρία του Οκτωβρίου μετά από διετή πόλεμο, μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο για μια πιο μόνιμη διευθέτηση, εφόσον η Χαμάς τελικά παραδώσει τα όπλα. Ωστόσο, η απροθυμία της οργάνωσης να προχωρήσει στον αφοπλισμό από φόβο ισραηλινών αντιποίνων, σε συνδυασμό με την απουσία Παλαιστινίων από το τραπέζι του «Συμβουλίου Ειρήνης», καθιστούν αβέβαιο αν το φιλόδοξο εγχείρημα θα ενισχύσει την ειρήνη ή αν θα καταγραφεί ως ακόμη ένα αμφιλεγόμενο κεφάλαιο στην εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου.