Η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 δεν άλλαξε μόνο τον χάρτη του πολέμου, αλλά αναδιαμόρφωσε ριζικά την οικονομία, την ασφάλεια και την πολιτική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Η ήπειρος βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ιστορική ενεργειακή, στρατηγική και θεσμική κρίση, αναγκασμένη να επανεφεύρει τον ρόλο της σε έναν ολοένα πιο σκληρό, πολυπολικό κόσμο.

Η πρώτη και πιο ορατή επίπτωση ήταν το σοκ στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, καθώς η απότομη διακοπή της πρόσβασης σε φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο εκτόξευσε το κόστος για ενεργοβόρες επιχειρήσεις από τα χημικά μέχρι την αυτοκινητοβιομηχανία. Εμβληματική είναι η περίπτωση της SKW Piesteritz στη Γερμανία, του μεγαλύτερου παραγωγού αμμωνίας και ουρίας της χώρας, όπου πλέον το ζήτημα δεν είναι το περιθώριο κέρδους αλλά η ίδια η επιβίωση, μετά την αλλαγή του μοντέλου που στηριζόταν σε φθηνή ρωσική τροφοδοσία. Πριν τον πόλεμο, η Ρωσία ήταν ο κυρίαρχος εξωτερικός προμηθευτής πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ευρώπης, όμως οι ροές μειώθηκαν δραστικά και αντικαταστάθηκαν από νέους προμηθευτές και υποδομές, σε μια σχέση που δύσκολα θα επιστρέψει στα προ του 2022 δεδομένα.

Ρωσία, Ουκρανία και ενεργειακό σοκ

ξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία αποδείχθηκε στρατηγική αχίλλειος πτέρνα. Η σταδιακή εγκατάλειψη ρωσικού αερίου –από τους αγωγούς Nord Stream μέχρι τη διέλευση μέσω Ουκρανίας– συνοδεύτηκε από βίαιη προσαρμογή, με κυβερνήσεις όπως της Γερμανίας να σπεύδουν να κλείσουν συμφωνίες για LNG, να επιταχύνουν τερματικούς σταθμούς και να αναζητούν εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο, ακριβότερο και πιο πολύπλοκο ενεργειακό τοπίο, όπου η ασφάλεια εφοδιασμού έχει αποκτήσει την ίδια βαρύτητα με την τιμή.

Παράλληλα, η απόφαση πολλών ευρωπαϊκών χωρών να σταματήσουν σχεδόν πλήρως τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου έως τις αρχές του 2024 σήμανε την αποδόμηση μιας εμπορικής σχέσης που είχε αντέξει όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Τα δεδομένα για τις θαλάσσιες ροές ρωσικού αργού και προϊόντων δείχνουν εντυπωσιακή πτώση προς την Ευρώπη, με τη Μόσχα να στρέφεται σε νέες αγορές, την ώρα που η ΕΕ πληρώνει το κόστος της αναδιάρθρωσης αλλά κερδίζει στρατηγική αυτονομία.

Πόλεμος στην Ουκρανία, Ευρώπη σε καθεστώς άμυνας

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αναβίωσε στην Ευρώπη το φάσμα ενός πολέμου «μαζικής κλίμακας», όπως προειδοποίησε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, με τα κράτη να καλούνται να προετοιμαστούν για δοκιμασίες ανάλογες με εκείνες των παππούδων τους. Η Φινλανδία και η Σουηδία εγκατέλειψαν τη μακροχρόνια ουδετερότητά τους και εντάχθηκαν στη Συμμαχία το 2023 και 2024, μετατρέποντας τη Βαλτική Θάλασσα σε ένα σχεδόν πλήρως νατοϊκό πεδίο και καθιστώντας επτά από τα οκτώ αρκτικά κράτη μέλη του ΝΑΤΟ. Την ίδια ώρα, αναφορές των υπηρεσιών πληροφοριών που εκτιμούν ότι η Μόσχα θα μπορούσε να επιτεθεί σε κράτος-μέλος εντός πενταετίας επιταχύνουν την κούρσα επανεξοπλισμού, με τους συμμάχους να δεσμεύονται για δαπάνες άμυνας ύψους 5% του ΑΕΠ, ικανοποιώντας απαίτηση του Ντόναλντ Τραμπ αλλά και μια αυξανόμενη αίσθηση απειλής.

Στο πεδίο, η Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε ζωντανό εργαστήριο νέων στρατιωτικών τεχνολογιών. Τα φθηνά drones πρώτου προσώπου (FPV) έχουν μετατρέψει την πρώτη γραμμή σε «ζώνη θανάτου» από αέρος, ενώ τηλεχειριζόμενα ερπυστριοφόρα οχήματα μεταφέρουν εφόδια και απομακρύνουν τραυματίες και νεκρούς, αλλάζοντας τα εγχειρίδια του πολέμου. Παράλληλα, η εγχώρια πολεμική βιομηχανία της Ουκρανίας αναπτύσσεται, ενώ ευρωπαϊκοί κολοσσοί όπως η KNDS, η Leonardo και η Diehl δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στην εκτίναξη της ζήτησης για όπλα και πυρομαχικά.

Ρωσία, Ουκρανία και η νέα γεωπολιτική Ευρώπη

Η σχέση της Ευρώπης με τις μεγάλες δυνάμεις έχει επίσης ανατραπεί από τη σύγκρουση Ρωσίας–Ουκρανίας. Η εχθρική στάση και η επιθυμία του προέδρου Τραμπ να επιβάλει μια συμφωνία ειρήνης που πολλοί στην Ευρώπη βλέπουν ως αποκατάσταση της Ρωσίας, έχουν θολώσει τις διαβεβαιώσεις ασφαλείας των ΗΠΑ, εντείνοντας την αίσθηση ότι η ήπειρος πρέπει να αναλάβει την ίδια την άμυνά της. Την ίδια στιγμή, η άρνηση της Κίνας να καταδικάσει την εισβολή ώθησε την ΕΕ να επανεξετάσει τις σχέσεις της με το Πεκίνο, σε μια εποχή όπου στρατιωτική ισχύς, φυσικοί πόροι και δίκτυα συμμαχιών καθορίζουν την επιρροή σε ένα σκληρό, πολυπολικό περιβάλλον.

Εντός ΕΕ, η ηθική και πολιτική βαρύτητα έχει μετατοπιστεί προς τα ανατολικά κράτη-μέλη όπως η Πολωνία και οι Βαλτικές χώρες, που επί χρόνια προειδοποιούσαν για τις προθέσεις του Πούτιν. Η διεύρυνση επέστρεψε δυναμικά στην ατζέντα, με την Ουκρανία και τη Μολδαβία να λαμβάνουν προοπτική ένταξης, ενώ η Ένωση, παρά τις τριβές με ηγέτες φιλικούς προς τη Μόσχα όπως στην Ουγγαρία και τη Σλοβακία, διατηρεί μέχρι σήμερα ενότητα σε αλλεπάλληλα πακέτα κυρώσεων κατά της Ρωσίας και στήριξης προς το Κίεβο, όπως γράφει το Bloomberg.

Πολλές από αυτές τις αλλαγές μοιάζουν μη αναστρέψιμες, καθώς η Ευρώπη, όπως επισημαίνει ο βετεράνος διπλωμάτης Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, εγκαταλείπει την «ψευδαίσθηση» της αιώνιας ειρήνης με τη Ρωσία και βαδίζει προς τον ρόλο ενός ουσιαστικού, στρατιωτικά αξιόλογου παίκτη.