Οι κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ στην Καραϊβική και τη Μέση Ανατολή διαμορφώνουν μια στρατηγική «σφαιρών επιρροής» που αφήνει στην Κίνα περιθώριο να εδραιώσει οικονομική υπεροχή στην Ασία, την ταχύτερα αναπτυσσόμενη περιοχή του πλανήτη, με προοπτική ΑΕΠ 55 τρισ. δολαρίων έως το 2035. Την ώρα που ο Λευκός Οίκος επενδύει πολιτικό κεφάλαιο σε κρίσεις όπως το Ιράν, η Ταϊβάν και η Νότια Σινική Θάλασσα αναδεικνύονται σε εν δυνάμει σημεία παγκόσμιας οικονομικής καταστροφής, με μια πολεμική σύγκρουση γύρω από την Ταϊβάν να κοστολογείται σε πάνω από 10 τρισ. δολάρια απώλειας παγκόσμιου ΑΕΠ.
Τα τελευταία χρόνια, Αμερικανοί στρατηγιστές ζητούν σταθερά «στροφή στην Ασία», εκεί όπου συγκεντρώνεται το κέντρο βάρους της παγκόσμιας ανάπτυξης. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ, παρότι δηλώνει ότι έχει βάλει την Κίνα στο επίκεντρο της πολιτικής της, επενδύει στρατιωτικά και πολιτικά σε ζώνες όπως η Καραϊβική και ο Περσικός Κόλπος, διακηρύσσοντας ότι «ο μόνος πραγματικός νόμος στις διεθνείς σχέσεις είναι ο νόμος της ζούγκλας» και επιχειρώντας να «κλειδώσει» την αμερικανική κυριαρχία στην «πίσω αυλή» της. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Bloomberg Economics, είναι ότι η Ουάσινγκτον κινδυνεύει να χάσει το πιο προσοδοφόρο γεωοικονομικό πεδίο του 21ου αιώνα από τον Σι Τζινπίνγκ.
Την ίδια στιγμή, η ρητορική και οι κινήσεις Τραμπ απέναντι σε συμμάχους –από τις απαιτήσεις για την Γροιλανδία μέχρι τις δασμολογικές απειλές– τροφοδοτούν βαθιά αβεβαιότητα στο δυτικό στρατόπεδο. Μόλις το ένα τέταρτο των δασμών που ανακοινώνει τελικά εφαρμόζεται, γεγονός που έχει οδηγήσει τις αγορές να μιλούν για την «TACO trade» («Trump Always Chickens Out»), όμως κάθε επεισόδιο εντείνει την καχυποψία Ευρωπαίων και Ασιατών εταίρων, που δεν ξέρουν πότε ο πρόεδρος θα κλιμακώσει ξανά. Παράλληλα, η αποκαλούμενη «Doctrina Donroe» στην αμερικανική ήπειρο συνοδεύεται από επιχειρήσεις όπως η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα και η όξυνση της πίεσης στην Κούβα, σε οικονομίες με περιορισμένο βάρος σε σχέση με το ρίσκο για τις σχέσεις με την Ευρώπη και την Ασία.
Τραμπ, Κίνα και το «κενό ισχύος» στην Ασία
Η Ασία, την οποία η ρητορική Τραμπ λέει ότι δεν εγκαταλείπει, βρίσκεται σε τροχιά εκρηκτικής ανόδου: από 38 τρισ. δολάρια ΑΕΠ το 2025 αναμένεται να φθάσει τα 55 τρισ. το 2035, πολύ πάνω από τα 37 τρισ. της Ευρώπης και τα περίπου 11,5 τρισ. της υπόλοιπης αμερικανικής ηπείρου χωρίς τις ΗΠΑ. Ωστόσο, η Ουάσινγκτον τρώει χρόνο και πόρους σε μέτωπα όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα, την ώρα που η Κίνα ενισχύει συστηματικά τη ναυτική της ισχύ, έχει ήδη μεγαλύτερο στόλο από τις ΗΠΑ και βαδίζει προς υπεροχή και στα υποβρύχια, διαβρώνοντας το αμερικανικό πλεονέκτημα αποτροπής στην Ταϊβάν και την ευρύτερη περιοχή.
Παρά το γεγονός ότι η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ χαρακτηρίζει την Ασία «ένα από τα βασικά οικονομικά και γεωπολιτικά πεδία μάχης του επόμενου αιώνα» και δηλώνει ότι «για να ευημερήσουμε στο εσωτερικό πρέπει να κερδίσουμε εκεί», μια σειρά κινήσεων υπονομεύει αυτό το αφήγημα. Οι εμπορικοί πόλεμοι με την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Ινδία –τις τρεις μεγαλύτερες ασιατικές οικονομίες μετά την Κίνα και ταυτόχρονα παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ–, αλλά και οι αιχμές προς την Ταϊβάν ότι πρέπει να πληρώνει «ασφάλιστρο» για την αμερικανική προστασία, θολώνουν την εικόνα αξιοπιστίας της αμερικανικής ομπρέλας.
Τραμπ, Κίνα και οι σύμμαχοι που απομακρύνονται
Καθώς η Ουάσινγκτον εμφανίζεται περισσότερο επιρρεπής στις μονομερείς κινήσεις, ακόμη και στενοί σύμμαχοι αναζητούν εναλλακτικές ισορροπίες. Μέσα στο 2026, οι πρωθυπουργοί Καναδά και Ηνωμένου Βασιλείου επισκέφθηκαν το Πεκίνο, σε μια σαφή προσπάθεια να διαμορφώσουν «ασφαλιστική δικλείδα» απέναντι στην αστάθεια της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Τραμπ. Ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Μαρκ Κάρνεϊ, χαρακτήρισε μάλιστα το «κανόνα-βασισμένο διεθνές σύστημα» μια χρήσιμη «φιξιόν» που δεν λειτουργεί πλέον, προειδοποιώντας ότι «ένας κόσμος από φρούρια θα είναι φτωχότερος, πιο εύθραυστος και λιγότερο βιώσιμος».
Στην Ευρώπη, η στρατιωτική δαπάνη των πέντε μεγαλύτερων μελών του ΝΑΤΟ ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνεται, εν μέρει ως απάντηση στις πιέσεις του Τραμπ και στην απειλή από τη Ρωσία, αλλά και επειδή δεν είναι σαφές πόσο αξιόπιστος θα παραμείνει ο αμερικανικός παράγοντας. Στη Μέση Ανατολή, η απειλή ενός αμερικανικού πλήγματος στην Τεχεράνη –με το ακραίο σενάριο να περιλαμβάνει κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και χτυπήματα σε ενεργειακές υποδομές– θα μπορούσε να οδηγήσει την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, επιβεβαιώνοντας όσους στην Ουάσινγκτον θεωρούν την περιοχή «στρατηγική απόσπαση» από τον βασικό ανταγωνισμό με την Κίνα στην Ασία, σύμφωνα με το Bloomberg.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο θεωρητικός διεθνών σχέσεων Στίβεν Γουολτ μιλά για «αρπακτική ηγεμονία» στη δεύτερη θητεία Τραμπ: μια στρατηγική που κυνηγά βραχυπρόθεσμα κέρδη σε έναν καθαρά μηδενικού αθροίσματος κόσμο. Κατά τον ίδιο, μπορεί να αποδώσει για λίγο, αλλά είναι ακατάλληλη για μια πολυπολική διεθνή αρχιτεκτονική, στην οποία ανταγωνιστικές μεγάλες δυνάμεις έχουν εργαλεία να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ – με την Κίνα να φαίνεται η πρώτη που αξιοποιεί το κενό που ανοίγει ο Τραμπ στην Ασία.