Ένα ακόμα φαινόμενο που εντείνει τη στεγαστική κρίση που ταλανίζει τη Γερμανία τα τελευταία χρόνια είναι όσοι «έξυπνοι» νοικιάζουν ένα διαμέρισμα σε μία σχετικά λογική τιμή, με σκοπό όχι να κατοικήσουν σε αυτό οι ίδιοι, αλλά να το υπενοικιάσουν στη συνέχεια σε κάποιον άλλο που έχει άμεση ανάγκη, ώστε να αποκομίσουν κέρδος.

Σύμφωνα με ό,τι ίσχυε ως τώρα, η υπενοικίαση επιτρέπεται, με την προϋπόθεση ότι ο ιδιοκτήτης έχει ενημερωθεί και έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του. Σε κάθε αντίθετη περίπτωση, η υπενοικίαση αποτελούσε λόγο έξωσης. Τα δεδομένα όμως αλλάζουν όταν το κέρδος που αποκομίζει ο υπενοικιαστής είναι αξιοσημείωτο, φτάνει δηλαδή ή υπερβαίνει το 100%. Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση που κλήθηκε να εκδικάσει το Ανώτατο Δικαστήριο της Γερμανίας για αστικές υποθέσεις, ο αντίστοιχος Άρειος Πάγος (Bundesgerichtshof).

Ενοικιαστής στο Βερολίνο είχε συμφωνήσει με τον ιδιοκτήτη ένα ενοίκιο 462 ευρώ μηνιαίως για διαμέρισμα 65 τ.μ. Στη συνέχεια όμως, ο κύριος μισθωτής αποφάσισε να υπενοικιάσει το διαμέρισμα σε άλλο πρόσωπο έναντι 962 ευρώ. «Δεν είναι σπάνιο ένα τέτοιο περιστατικό με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην αγορά ακινήτων στο Βερολίνο», δηλώνει εκπρόσωπος του Συλλόγου Προστασίας Ενοικιαστών στο τοπικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο rbb.

Υπενοικίαση: Νόμιμη, αλλά με όρους

Το Ανώτατο Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας προηγούμενη απόφαση του Εφετείου, ξεκαθαρίζει: Η υπενοικίαση επιτρέπεται, προκειμένου ο κύριος μισθωτής να καλύψει δαπάνες ή οικονομικές απώλειες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όχι όμως για να αποκομίσει κέρδος. Στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Ραλφ Μπούνγκερ είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ότι σκοπός της νόμιμης υπενοικίασης είναι να «ανακουφιστεί» ο κύριος μισθωτής από το οικονομικό βάρος που προκύπτει όταν, για παράδειγμα, απουσιάζει για λίγους μήνες σε άλλη πόλη λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.

Συν τοις άλλοις, ειδικοί επισημαίνουν στο δίκτυο rbb ότι σε περίπτωση υπενοικίασης ο κύριος μισθωτής δεν μπορεί να έχει λιγότερες υποχρεώσεις από τον ιδιοκτήτη όσον αφορά τον καθορισμό του μισθώματος. Μία από αυτές τις υποχρεώσεις είναι να λαμβάνει υπόψη τον γενικό Δείκτη Μισθώματος, που δίνει μία εικόνα των ενοικίων για συγκρίσιμα διαμερίσματα στην ίδια πόλη ή ακόμη και στην ίδια γειτονιά. Μία απόκλιση κατά 10% από τον Δείκτη θεωρείται νόμιμη και θεμιτή, αλλά μία μεγαλύτερη υπέρβαση μπαίνει στο «μικροσκόπιο» της Δικαιοσύνης.

Το «κόλπο» με τα «επιπλωμένα»

Ένα άλλο επιχείρημα που επικαλέστηκε ο αρχικός ενοικιαστής για να δικαιολογήσει την υπενοικίαση των 962 ευρώ είναι ότι δεν παρέδωσε στον υπενοικιαστή το διαμέρισμα στην αρχική του κατάσταση, αλλά με πλήρη εξοπλισμό (έπιπλα, τηλεόραση, στερεοφωνικό συγκρότημα, πλυντήριο, πλυντήριο πιάτων). Η αλήθεια είναι ότι η ενοικίαση επιπλωμένων διαμερισμάτων παραμένει μία «γκρίζα ζώνη». Ο Σύλλογος Προστασίας Ενοικιαστών επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει μία γενικά αποδεκτή φόρμουλα για το πώς προσαυξάνεται η τιμή του μισθώματος, σε περίπτωση που το διαμέρισμα δεν παραχωρείται «γυμνό», αλλά με πλήρη επίπλωση. Πάντως, το γερμανικό υπουργείο Δικαιοσύνης έχει εξαγγείλει σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, όπως αναφέρει δημοσίευμα του δικτύου DW.