Η Κρίστι Άμπροουζ μεγάλωσε στο Μπατόν Ρουζ της Λουιζιάνα όπως τα περισσότερα κορίτσια της ηλικίας της. Είχε αγαπημένους γονείς, έπαιζε ποδόσφαιρο σε ομάδα, περνούσε ατελείωτες ώρες έξω παίζοντας και αγαπούσε τον αθλητισμό. Η σχέση της με το φύλο της, ωστόσο, από νωρίς φαινόταν να διαφέρει. Ήταν περισσότερο αγοροκόριτσο και η μητέρα της συχνά έπρεπε να την πιέζει για να φορέσει πιο «θηλυκά» ρούχα ή να κάνει περμανάντ στα μαλλιά της.

Η ίδια θεωρούσε πως επρόκειτο για τις συνηθισμένες συγκρούσεις που έχουν τα παιδιά με τους γονείς τους, ιδιαίτερα κατά την εφηβεία. Όλα όμως άλλαξαν δραματικά όταν, σε ηλικία 19 ετών, ανακάλυψε πως η οικογένειά της, της έκρυβε ένα βαθύ και επώδυνο μυστικό.

Η Κρίστι, που σήμερα είναι 50 ετών και ζει ως Τζιμ, έμαθε ότι είχε γεννηθεί ίντερσεξ, με χρωμοσώματα ΧΥ, και ότι ως βρέφος είχε υποβληθεί σε ιατρικά προτεινόμενη χειρουργική επέμβαση, προκειμένου τα γεννητικά του όργανα να μοιάζουν γυναικεία. Την ιστορία της αποκάλυψε μιλώντας σε ντοκιμαντέρ για τη μακρόχρονη πορεία αυτοαποδοχής του, το οποίο προβάλλεται στο Channel 4 με τίτλο «The Secret of Me».

Ο Τζιμ περιέγραψε τη στιγμή που έμαθε την αλήθεια, κατά το πρώτο έτος των σπουδών του το 1995. Όπως ανέφερε, παρακολουθούσε ένα μάθημα φεμινιστικών σπουδών, χωρίς να έχει διαβάσει το προτεινόμενο υλικό. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην τάξη, παρατήρησε τις έντονες αντιδράσεις των συμφοιτητών του και άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο, διαβάζοντας για παιδιά που γεννιούνται με γεννητικά όργανα εκτός ενός αυθαίρετα αποδεκτού «φυσιολογικού» πλαισίου. Το κείμενο εξηγούσε πώς, βάσει μετρήσεων, αποφασίζεται αν ένα παιδί θα ανατραφεί ως αγόρι ή κορίτσι και πώς συχνά οι γονείς και οι γιατροί λαμβάνουν αποφάσεις για το φύλο του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεσή του.

Όπως είπε, εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι «αυτό αφορούσε εμένα». Αμέσως επισκέφθηκε γιατρό για να πάρει τον ιατρικό του φάκελο και τον άνοιξε μόνος του στο αυτοκίνητο, όπως αναφέρει η Daily Mail. Στην κορυφή των εγγράφων διάβασε τη φράση «carrier type, XY» και άρχισε να αναρωτιέται γιατί του είχαν γίνει εξετάσεις χρωμοσωμάτων. Η οργή και η απογοήτευση ήταν έντονες, καθώς, όπως είπε, έμαθε την αλήθεια μόνος του, χωρίς καμία στήριξη.

Σε αρχειακό υλικό του ντοκιμαντέρ, οι γονείς του, Άλις και Τζον, παραδέχονται ότι πίστευαν πως έκαναν το καλύτερο για το παιδί τους. Ο ίδιος, ωστόσο, ένιωσε βαθιά θυμωμένος, συνδέοντας τα χρόνια εκφοβισμού, τις συνεχείς συγκρίσεις με άλλα κορίτσια και το αίσθημα ότι δεν ανήκε πουθενά με ψέματα που, όπως λέει, του προκάλεσαν αχρείαστο πόνο.

Στο ντοκιμαντέρ μιλά και ο Ρίτσαρντ Κάρτερ, ο συνταξιούχος ουρολόγος που πραγματοποίησε την επέμβαση όταν ο Τζιμ ήταν βρέφος. Περιγράφει πως κλήθηκε να εξετάσει ένα μωρό με αμφίσημα γεννητικά όργανα και ότι, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ιατρικής κοινότητας το 1976, θεωρούνταν πιο εύκολο να διαμορφωθούν τα όργανα ώστε να μοιάζουν με κλειτορίδα παρά με πέος, καθώς η απόφαση ήταν καθαρά ανατομική.

Ο Τζιμ αναφέρθηκε επίσης σε μια ιδιαίτερα οδυνηρή στιγμή της παιδικής του ηλικίας, όταν, περίπου στα 12 του χρόνια, η μητέρα του τού είπε ότι θα έπρεπε να ξεκινήσει φαρμακευτική αγωγή για να αναπτυχθεί σωματικά ως κορίτσι και ότι αργότερα θα χρειαζόταν να υποβληθεί σε κολποπλαστική, ενώ δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει παιδιά. Θυμάται τη μητέρα του να καταρρέει συναισθηματικά και τον ίδιο να προσπαθεί να την παρηγορήσει.

Η εφηβεία του χαρακτηρίστηκε από έντονη δυσφορία. Μετά τη χορήγηση οιστρογόνων, όπως είπε, δεν ένιωθε χαρά για τις σωματικές αλλαγές και δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένος με το σώμα του. Όταν έμαθε την αλήθεια, σταμάτησε να λαμβάνει ορμόνες για αρκετά χρόνια. Αργότερα, όμως, οι γιατροί τον προειδοποίησαν ότι η οστική του πυκνότητα επιδεινωνόταν και ότι έπρεπε είτε να επιστρέψει στα οιστρογόνα είτε να ξεκινήσει τεστοστερόνη. Τελικά, επέλεξε τη δεύτερη λύση, παρά τους αρχικούς του δισταγμούς, και όπως είπε, άρχισε να νιώθει άνετα και συμφιλιωμένος με το σώμα του. Στη συνέχεια προχώρησε σε διπλή μαστεκτομή και αφαίρεση της κολποπλαστικής, εξηγώντας ότι ήθελε να «αποαποικιοποιήσει» το σώμα του όσο περισσότερο μπορούσε.

Ο Τζιμ αφιέρωσε τη ζωή του στον ακτιβισμό για τα δικαιώματα των ίντερσεξ ατόμων, αντιτιθέμενος στις χειρουργικές επεμβάσεις σε νεογνά, τις οποίες θεωρεί αφαίρεση της σωματικής αυτονομίας. Μιλώντας πέρυσι στο Big Issue, δήλωσε ότι πιστεύει πως το σώμα των παιδιών τούς ανήκει σε κάθε ηλικία και ότι χρειάζονται φροντίδα, αγάπη και κατανόηση, όχι επιβολή αποφάσεων.

Παράλληλα, τόνισε ότι με τα χρόνια κατανόησε πως οι γονείς που συναινούν σε τέτοιες επεμβάσεις σπάνια έχουν πρόθεση να προκαλέσουν πόνο. Όπως ανέφερε, πρόκειται για βαθιά ριζωμένες πολιτισμικές αντιλήψεις σχετικά με το πώς «πρέπει» να είναι τα σώματα και τα γεννητικά όργανα, υπογραμμίζοντας ότι η αλλαγή αυτή απαιτεί γενιές.

Ο ίδιος αποκάλυψε ότι έχει απομακρυνθεί πλέον από τον ακτιβισμό, καθώς η πολυετής ενασχόληση τον εξάντλησε ψυχικά. Ωστόσο, τόνισε ότι η κοινότητα που βρήκε μέσα από τον αγώνα αυτόν τού έσωσε τη ζωή, επιτρέποντάς του να ζει σήμερα ευτυχισμένος με τη σύντροφό του, Ιβόν. Όπως είπε χαρακτηριστικά, αν είχε επιστρέψει στο Μπατόν Ρουζ και είχε μείνει εκεί, πιστεύει ότι δεν θα ήταν καν ζωντανός.

Το ντοκιμαντέρ κλείνει με τη διαπίστωση ότι περίπου ένα στα 2.000 μωρά γεννιούνται με διαφορές στα γεννητικά όργανα που τα καθιστούν ευάλωτα σε χειρουργικές παρεμβάσεις. Οι λεγόμενες «διορθωτικές» επεμβάσεις σε ίντερσεξ παιδιά συνεχίζουν να πραγματοποιούνται στις περισσότερες χώρες του κόσμου, ενώ πολλά από αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς να γνωρίζουν την αλήθεια για το σώμα τους. Οι ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ίντερσεξ ατόμων συνεχίζουν να αγωνίζονται ενάντια σε ιατρικά μη αναγκαίες επεμβάσεις.