Στην ποδοσφαιρική μας πραγματικότητα μπήκε πλέον ο Βαλεριέν Ισμαέλ, καθώς είναι ο νέος τεχνικός του Απόλλωνα Σμύρνης. Ο 43χρονος μόνο… τυχαίος δεν είναι. Με παραστάσεις σε υψηλό επίπεδο, τον συνδέουν μάλιστα πολλά με την Ελλάδα. Όπου πια δηλώνει μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Το 2003 έφτασε κοντά στο να γίνει παίκτης του Ολυμπιακού, είχε για συμπαίκτη τον Αγγελο Χαριστέα και ως τεχνικός της Βόλφσμπουργκ κοουτσάρισε τον Αντελίνο Βιεϊρίνια. Ίσως για όλα αυτά να μην ήταν τυχαία η προσφώνηση στα ελληνικά, κατά τη διάρκεια της χθεσινής του παρουσίασης. Ας ξετυλίξουμε το κουβάρι της ιστορίας του, που έχει πολύ μπάλα και έναν ευχάριστο τύπο. Γεννημένος τον Σεπτέμβριο του 1975 στο Στρασβούργο, με ρίζες από τη Γουαδελούπη ελέω του πατέρα του και την Αλσατία λόγω της μητέρας του, ξεκίνησε από τις ακαδημίες της Χολτσχάιμ. Το 1984 πήγε στην ομάδα της γενέτειράς του και αμέσως ξεχώρισε, στέφθηκε πρωταθλητής U17 και λίγο αργότερα ρίχθηκε στα βαθιά όταν τραυματίστηκε ο Φρανκ Λεμπέφ. Ο μικρός, τότε, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία. Μονιμοποιήθηκε στο αρχικό σχήμα της Στρασμπούρ, για δύο σερί χρονιές τον είδαμε στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ -έτσι λέγονταν τότε- και το 1997 κατέκτησε το Λιγκ Καπ. Πλέον η Γαλλία δεν τον… χωρούσε. Τον Γενάρη του 1998 έγινε η πιο ακριβή -ως εκείνη τη στιγμή- μεταγραφή στην ιστορία της Κρίσταλ Πάλας, η οποία δαπάνησε 2.750.000 αγγλικές λίρες για να τον κάνει δικό της. Όμως, στην Αγγλία δεν κατάφερε να προσαρμοστεί. Έτσι, έπαιξε λίγο, ενώ ενδιάμεσα έγινε πατέρας. Μετά από έναν ημερολογιακό χρόνο ζήτησε να επιστρέψει στη Γαλλία και η Λανς του έδωσε τη δυνατότητα. Βρήκε πάλι τα «πατήματά» του, προσέθεσε ακόμη ένα Λιγκ Καπ στο παλμαρέ του και το 2001 γύρισε «σπίτι» του, στη Στρασμπούρ. Βλέπετε ο σύλλογος μόλις είχε επιστρέψει στη μεγάλη κατηγορία και αναζητούσε τον ανασταλτικό της ηγέτη. Λίγους μήνες μετά κατέκτησε και το Κύπελλο Γαλλίας. Το… παραμύθι ξεκινούσε. AP_06030804063 Ύστερα από δύο πολύ καλές χρονιές, παραχωρήθηκε δανεικός στη Βέρντερ Βρέμης, σε μία κίνηση που θα άλλαζε τη ζωή του. Στην μόλις πρώτη του σεζόν στη Γερμανία πήρε το νταμπλ, οι «πράσινοι» τον απέκτησαν με μόνιμη μεταγραφή και πήρε… τζούρα από το Champions League. «Κολόνα» στην άμυνά της, το 2005 η Μπάγερν κατέβαλε οκτώ χαρτιά και τον έκανε δικό της. Στο ντεμπούτο του αποβλήθηκε, όμως το καλοκαίρι του 2006 πανηγύρισε ακόμη ένα νταμπλ και θεωρούνταν πλέον ένας στόπερ μεγάλης κλάσης. Ο οποίος όμως είχε προβλήματα τραυματισμών. Θα σταθεί άτυχος και λόγω αυτών, απώλεσε τη θέση του στους Βαυαρούς. Το 2007 θέλησε να γυρίσει σελίδα και πήγε στο Ανόβερο, όμως λίγους μήνες μετά έφτασε για εκείνον το πλήρωμα του χρόνου και κρέμασε τα παπούτσια του. Την ίδια στιγμή όμως, όλα είχαν αλλάξει για εκείνον. Αρκετά χρόνια πριν, όταν έπαιζε στη Βέρντερ, στο δημαρχείο όπου πανηγύρισε το νταμπλ, παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του, Καρολάιν. Λίγο αργότερα, το 2006, πήρε τη γερμανική υπηκοότητα και μάλιστα άνοιξε τότε μεγάλη κουβέντα για το αν ο Γιούργκεν Κλίνσμαν θα έπρεπε να τον καλέσει στα «πάντσερ». Υπήρχαν υποστηρικτές αυτής της ιδέας, αλλά και πολέμιοι, ενώ και το Τόγκο το έψαξε ώστε να τον κάνει «δικό» του. Τελικά, μία συμμετοχή που είχε το 1996 με την Under 21 της Γαλλίας κόντρα στην αντίστοιχη της Ουγγαρίας, στάθηκε αφορμή ώστε να «κλείσει» το θέμα. Εκείνος όμως ένιωθε «Γερμανός». Στην επιτροπή χορήγησης ιθαγένειας έδωσε 33 σωστές απαντήσεις στις ισάριθμες ερωτήσεις που του έγιναν, ενώ στο πλευρό του βρίσκονταν, εκτός της συντρόφου του, και ο γιος Αλέξις που έμενε τότε στο Στρασβούργο και επισκέπτονταν τον πατέρα του όποτε μπορούσε. Τελικά το 2013 έγινε πολίτης Γερμανίας. Όταν ρωτήθηκε από τους δημοσιογράφους «τι χαρακτηρίζει τους κατοίκους της», απάντησε χαμογελώντας «μπύρα, ποδόσφαιρο και λουκάνικα με σάλτσα κάρι», ενώ τόνισε ακόμη πως «αγαπάω τη Γερμανία». Στη δύση της καριέρας του είχε αρχίσει και τις σπουδές του στο τμήμα του Διεθνές Μάνατζμεντ της Σχολής Οικονομικών του πανεπιστημίου του Ανόβερο και προς στιγμήν, δεν υπήρχαν ενδείξεις πως θα ακολουθήσει καριέρα στους πάγκους. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως όταν έπαιζε ποδόσφαιρο, συνεργάστηκε με προπονητές όπως ο Τόμας Σάαφ, ο Οτμαρ Χίτζφελντ, ο Φέλιξ Μάγκατ και ο Κλάους Αλοφς. Έμαθε πολλά και «κόλλησε» το… μικρόβιο. Ενδιάμεσα μάλιστα έκανε και το καλλιτεχνικό του ντεμπούτο, καθώς «δάνεισε» τη φωνή του στη γερμανική version του «Αστερίξ και Οβελίξ», αφού θεωρούνταν ένας σταρ της χώρας. AP_268520482027 Η πρώτη του ενασχόληση με την προπονητική ήταν το 2011, όταν εντάχθηκε στα τμήματα υποδομής του Ανόβερο. Η φιλοσοφία του, ξεκάθαρη. «Στην Μπάγερν μαθαίνεις να μην είσαι ποτέ ικανοποιημένος», είπε χαρακτηριστικά. Πήρε το δίπλωμα από την ΟΥΕΦΑ, ακολούθησε η δεύτερη ομάδα της Βόλφσμπουργκ, κέρδισε ανόδους στις μικρές κατηγορίες της Γερμανίας και το 2014 βρέθηκε στη Νυρεμβέργη της Zweite Liga. «Δεν φανταζόμουν το πάθος μου για το ποδόσφαιρο. Η φιλοσοφία μου είναι επιθετική. Να έχουμε κατοχή μπάλας», θα πει στην παρουσίασή του. Συνήθως έπαιζε 4-2-3-1, αλλά και 3-4-3, ενώ εκείνο το διάστημα ήταν ο μικρότερος ηλικιακά κόουτς και των δύο πρώτων κατηγοριών της χώρας. «Θέλω να αισθάνομαι στα αποδυτήρια την οικογενειακή ατμόσφαιρα», τόνιζε συνεχώς. Απομακρύνθηκε μετά από ορισμένα άτυχα αποτελέσματα και επέστρεψε στα τμήματα υποδομής της Βόλφσμπουργκ. Όπου συνάντησε τον παλιό του γνώριμο, τον Κλάους Αλοφς. Τον Οκτώβριο του 2016 κλήθηκε ως υπηρεσιακός να διαδεχθεί τον Ντίταρ Χάκινγκ σε ένα παιχνίδι με την Φράιμπουργκ. Οι «λύκοι» κέρδισαν με 3-0 και ο Μάριο Γκόμες είπε για εκείνον. «Έχουμε έναν προπονητή που μας καταλαβαίνει». Μονιμοποιήθηκε, αλλά αποχώρησε μετά από 17 ματς. Πλέον ήρθε στα μέρη μας… Πηγή: gazzetta.gr