Η μυστηριώδης εξαφάνιση του Νίκου Κάκαβου στα Λογγάδες Ιωαννίνων συνεχίζει να συγκλονίζει την τοπική κοινωνία, καθώς οι έρευνες για τον εντοπισμό του παραμένουν χωρίς αποτέλεσμα περισσότερες από δύο εβδομάδες μετά το μοιραίο γεγονός της 15ης Μαρτίου.

Το εξωτερικό συνεργείο ερευνών της εκπομπής «Τούνελ», σε συνεργασία με την εθελοντική ομάδα του ΟΦΚΑΘ, πραγματοποίησε την Παρασκευή επιτόπια έρευνα στην περιοχή όπου, σύμφωνα με μαρτυρία, ο Κάκαβος εθεάθη για τελευταία φορά.

«Το σημείο που έχουμε επικεντρωθεί είναι εδώ στα Αμπέλια, όπου ο γείτονας υποστήριξε ότι τον είδε να περνάει την τελευταία Κυριακή», ανέφερε στην κάμερα της εκπομπής ο υπεύθυνος συντονισμού του ΟΦΚΑΘ Ιωαννίνων, Θανάσης Γώρος.

Ο γείτονας περιέγραψε τα όσα αντίκρισε εκείνη την ημέρα: «Καθόμουν στην αυλή το μεσημέρι και γύρω στις δύο με δύο και μισή, είδα πρώτα τον αδερφό του να περνάει από τα αμπέλια προς το σπίτι τους. Λίγο αργότερα είδα και τον Νίκο να πηγαίνει προς τα αμπέλια. Μου είπε καλησπέρα κανονικά και προχώρησε. Είχε μαζί του μία σακούλα αρκετά μεγάλη, δεν παρατήρησα τι είχε μέσα. Πιθανώς ήμουν ο τελευταίος που τον είδε και έδωσα κατάθεση στην Ασφάλεια. Η κάμερα εκείνες τις μέρες ήταν κολλημένη, αλλά η Ασφάλεια πήρε την κάρτα της».

Η κάμερα της εκπομπής και οι εθελοντές του ΟΦΚΑΘ κατευθύνθηκαν στο κτήμα που αποτελεί το επίκεντρο των ερευνών. Παρά την ενδελεχή αναζήτηση, δεν βρέθηκε κανένα ίχνος του πρώην συνοριοφύλακα. Ο συντονιστής της ομάδας τόνισε ότι η περιοχή είναι δύσβατη, με δεξαμενές νερού και ποτάμι, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά την έρευνα.

Ο ξάδερφος του Νίκου Κάκαβου, που συμμετείχε καθ’ όλη τη διάρκεια των ερευνών, επεσήμανε την ανάγκη για περισσότερα άτομα προκειμένου να αυξηθούν οι πιθανότητες εντοπισμού. «Κανείς από το χωριό δεν συγκινείται να ψάξει. Εδώ λίγο πιο πάνω είχαν βρει και τον πατέρα του νεκρό μετά από περίπου δέκα μέρες αγνοούμενος. Θα πάμε να δούμε κι εκεί, αλλά το συγκεκριμένο σημείο το έχουμε ψάξει καλά», κατέληξε.

Συνεχείς διαμάχες μεταξύ των δύο αδελφών αναδεικνύονται, με επίκεντρο περιουσιακά ζητήματα και τη διαχείριση της σύνταξης της ηλικιωμένης και ασθενούς μητέρας τους.

Ερωτήματα προκαλεί και το γεγονός ότι ο αγνοούμενος φέρεται να είχε στην κατοχή του αρκετά χρήματα, γεγονός το οποίο κάποιοι αποδίδουν σε κέρδη από τυχερό παιχνίδι. Πλήθος ερωτημάτων ζητούν επίμονα απαντήσεις.

«Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε»

Η εκπομπή βρέθηκε στο χωριό του αγνοούμενου. Με επιτόπιο ρεπορτάζ ερεύνησε κάθε μαρτυρία που θα μπορούσε να οδηγήσει στα ίχνη του. Μίλησε με τον ξάδερφό του, Μιχάλη Κάκαβο, τον άνθρωπο που στεκόταν δίπλα του καθημερινά, στηρίζοντάς τον με κάθε τρόπο προσφέροντας του εργασία και φαγητό.

«Ήταν σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε. Από την στιγμή που χάθηκε, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Κανείς δεν ξεσηκώθηκε να τον ψάξει. Εγώ πήγα στην Ασφάλεια, εγώ κάλεσα και την εθελοντική ομάδα για να βγούμε να τον αναζητήσουμε», λέει με εμφανή αγανάκτηση.

Περιγράφει την στενή τους σχέση αλλά και τα χρόνια που μεγάλωσαν μαζί.

«Ουσιαστικά μεγαλώσαμε μαζί. Για μένα ήταν σαν μεγάλος αδερφός. Από μικρός είχα πάθος με τις μηχανές όπως και εκείνος. Κάθε φορά που άκουγα μηχανή, έτρεχα και έλεγα ‘ήρθε ο Νίκος από την Αθήνα’. Έμενε χρόνια εκεί. Είχε τελειώσει τη Γυμναστική Ακαδημία. Παράλληλα, είχε δουλέψει ως συνοριοφύλακας και ήταν και διαιτητής. Δεν φοβόταν τη δουλειά, έκανε δύο και τρεις δουλειές μαζί. Ήταν υγιής, δεν έπαιρνε φάρμακα και δεν τον σταματούσε τίποτα. Ήταν τόσο δυναμικός άνθρωπος, που κάποιοι με έπαιρναν τηλέφωνο όταν χάθηκε και μου έλεγαν ότι μας κοροϊδεύει, ότι κρύβεται κάπου και γελάει μαζί μας».

«Η σχέση του με τον αδελφό του δεν ήταν καλή»

Ο ίδιος, αναφέρει πως ο Νίκος επέστρεψε στο χωριό μετά τον χαμό του πατέρα του. Η τραγική ειρωνεία είναι πως κι αυτός είχε δηλωθεί ως αγνοούμενος και εντοπίστηκε 15 ημέρες αργότερα νεκρός από καρδιακή ανακοπή.

«Από τότε, η μητέρα του έγινε όλη του η ζωή. Την έπαιρνε παντού μαζί και την φρόντιζε. Όσο καιρό ήταν στο χωριό, δούλευε όπου μπορούσε. Καθάριζε χωράφια, επισκεύαζε τρακτέρ και μηχανήματα, έκανε τα πάντα. Η σχέση του με τον αδελφό του όμως, δεν ήταν καλή. Υπήρχαν συνεχείς εντάσεις για περιουσιακά ζητήματα. Φτάνανε συχνά μέχρι και στα αυτόφωρα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όπως λέει, ο Νίκος δεν είχε ουσιαστική στήριξη από κανέναν, ενώ πριν από περίπου ενάμιση χρόνο είχε ένα σοβαρό ατύχημα.

«Κόντεψε να σκοτωθεί, αλλά κανείς δεν συγκινήθηκε να πάει να τον δει. Τότε, ο αδερφός του πήρε τη μητέρα τους και όταν εκείνος συνήλθε, δεν τον άφηνε να τη δει, παρότι το ήθελε πολύ. Τον τελευταίο χρόνο ερχόταν εδώ, γιατί δεν είχε αλλού να πάει. Από τη μέρα που χάθηκε, με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε διάφορα για εκείνον. Άλλοι πιστεύουν ότι έφυγε, άλλοι ότι κάτι συνέβη με τον αδερφό του, Ο καθένας λέει τα δικά του», καταλήγει.

Το «Τούνελ» φέρνει στο φως μία ακόμη κρίσιμη πτυχή στην υπόθεση της εξαφάνισης του Νίκου Κάκαβου, στους Λογγάδες Ιωαννίνων, εντοπίζοντας τον αδερφό του.

«Ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει»

Οι δυο τους είχαν βρεθεί αντιμέτωποι σε δικαστικές διαμάχες, με τις σχέσεις τους να έχουν διαρραγεί το τελευταίο διάστημα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έσπευσαν να τον κατονομάσουν ως «τον βασικό ύποπτο». Ο ίδιος, ωστόσο, δηλώνει αδιάφορος απέναντι σε αυτές τις κατηγορίες, επιμένοντας πως η αλήθεια θα αποκαλυφθεί.

«Ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει. Εγώ ξέρω ότι πονάω. Είναι αδερφός μου. Τελευταία φορά τον είδα στο δικαστήριο. Ήταν μετανιωμένος για όλα όσα είχαν συμβεί και ήρθε να μου ζητήσει συγγνώμη. Εγώ όμως είχα ήδη απομακρυνθεί. Δεν μπορούσα να τον εμπιστευτώ ξανά. Τον λυπήθηκα, αλλά η συγχώρεση θέλει χρόνο. Τον τελευταίο χρόνο δεν μας ενόχλησε καθόλου — ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Μάλιστα, του είχα πει ότι, αν θέλει, μπορεί να ανέβει στο σπίτι να δει τη μητέρα μας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Παραδέχεται πως οι σχέσεις τους δεν υπήρξαν ποτέ ομαλές. Οι εντάσεις ήταν συχνές και, όπως λέει, είχαν ως επίκεντρο τη μητέρα τους.

«Την είχε σε πολύ κακή κατάσταση και δεν μπορούσα να το αφήσω να συνεχιστεί. Κάποιοι λένε ότι το έκανα για να παίρνω τη σύνταξή της, αλλά για πέντε χρόνια που την είχα κοντά μου δεν πήρα ούτε ένα ευρώ. Έγινε δικαστήριο και πήραμε την επιμέλεια της μητέρας μου. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν όλα».

Ο ίδιος αποκλείει το ενδεχόμενο ο αδερφός του να έβλαψε τον εαυτό του, εκτιμώντας πως πίσω από την εξαφάνιση κρύβεται κάτι άλλο.

«Δεν ξέρω τι δουλειές έκανε και με ποιους συναναστρεφόταν. Ήταν καλοκάγαθος άνθρωπος, φιλότιμος. Είναι…» λέει, διορθώνοντας τον εαυτό του, αδυνατώντας να αποδεχτεί το ενδεχόμενο του κακού.

Όπως εξηγεί, αντιλήφθηκε την εξαφάνιση αρκετές ημέρες αργότερα, όταν μία γειτόνισσά τους ενημέρωσε ότι δεν άναβε τη σόμπα του όπως συνήθιζε.

«Μπορεί να μέναμε στο ίδιο κτίριο — εμείς στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο και εκείνος στο ισόγειο — αλλά δεν είχαμε καμία επαφή. Υπήρχαν διαφορετικές είσοδοι. Εκείνος έμπαινε από την κάτω πλευρά του δρόμου κι εμείς από την πάνω. Δεν υπήρχε τρόπος να καταλάβουμε κάτι. Την Κυριακή 15 του μήνα, εγώ με τον γιο μου πήγαμε στο κτήμα γύρω στις δέκα και μισή με έντεκα και επιστρέψαμε περίπου στις δύο. Δεν τον συναντήσαμε πουθενά, παρότι αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος που χρησιμοποιούμε και οι δύο. Είναι βέβαια απρόβλεπτος ως άνθρωπος και μπορούσε να βρεθεί οπουδήποτε, αλλά συνήθως μετακινούνταν με το τρακτέρ — ποτέ με τα πόδια, εκτός από το κτήμα. Αν του είχε συμβεί κάτι εκείνες τις μέρες, θα το είχα αντιληφθεί όταν πήγα να ελέγξω το σπίτι, αφού πρώτα είχα ψάξει παντού. Γι’ αυτό σας λέω… εδώ κάτι άλλο έχει συμβεί», καταλήγει.