Επί του πεδίου θα κριθεί κατά πόσο «φίλος» του Ταγίπ Ερντογάν είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως τον αποκάλεσε στις κοινές δηλώσεις στην Άγκυρα. Η συνάντηση κορυφής πήγε καλύτερα από τις αρχικές προσδοκίες, χωρίς να υπάρξουν θεαματικά αποτελέσματα που να εγγράφουν ιστορία, αλλά και κανένας δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν υπήρξαν ερωτήσεις για να μην υπάρξουν εκπλήξεις.
Το γεγονός ότι έγινε συνάντηση έπειτα από τόσες αναβολές, με την υπογραφή έξι συμφωνιών και υιοθέτησης Κοινής Διακήρυξης η οποία επαναβεβαιώνει τη Διακήρυξη των Αθηνών 2023, συνιστά από μόνο του σημαντικό κομμάτι της ιστορίας.
Το σημαντικό είναι πάντως ότι πέρα από το όλο θετικό κλίμα, οι δύο ηγέτες αναγνώρισαν ότι τα μεγάλα προβλήματα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, «τα προβλήματα του Αιγαίου» όπως τα αποκάλεσε ο πρόεδρος της Τουρκίας, αν και ακανθώδη, δεν είναι άλυτα και «οι συνθήκες στο μέλλον θα επιτρέψουν την επίλυσή τους». Αλλά απουσίαζε η ισχυρή πολιτική βούληση. Διότι στον πυρήνα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης υπάρχει το οξύμωρο φαινόμενο οι δύο χώρες να μην μπορούν να συμφωνήσουν στην ατζέντα των επίμαχων θεμάτων.
Η μια πλευρά, η Ελλάδα, θεωρεί ότι υπάρχει μία και μόνο διαφορά, οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, ενώ η άλλη πλευρά, η Τουρκία, πιστεύει ότι υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ανοιχτών θεμάτων, που βεβαίως ως διεκδικήσεις αμφισβητούν την ελληνική κυριαρχία και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης για την Αθήνα. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι υπάρχει ένας οδηγός, το διεθνές δίκαιο και συνθήκες, που εάν γινόταν κοινά αποδεκτός και διαβαζόταν με ορθολογικό τρόπο και από τις δύο πλευρές, θα μπορούσε εύκολα να λύσει αυτό το πρόβλημα.

Διπλωμάτες που έχουν γνώση των συνομιλιών λένε πάντως πως ούτε η Αθήνα ούτε η Άγκυρα θεωρούν πως μπορούν να μιλήσουν για λύσεις και πολύ περισσότερο για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Σημειώνουν πως ο στόχος είναι οι χαμηλοί τόνοι και να κρατηθούν τα ελληνοτουρκικά μακριά από το ραντάρ του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ. Καθώς θεωρούν ότι ενδεχόμενη παρέμβασή του θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές.
Έχει όμως σημασία ότι στην κοινή ανακοίνωση γίνεται αναφορά στην ενεργειακή συνεργασία, λέγοντας πως «και οι δύο χώρες εξέφρασαν την αποφασιστικότητά τους να αξιολογήσουν τις υφιστάμενες ευκαιρίες συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας -ιδίως στον τομέα της διασύνδεσης ηλεκτρικής ενέργειας και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας-, με στόχο την ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας». Ωστόσο, δεν έγινε καμία αναφορά στο καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου και την αντίδραση της Τουρκίας. Ανεξάρτητα από την τελική στάση της Κύπρου στο έργο, όπως έλεγαν, θα έπρεπε να έχει τεθεί το ζήτημα των ηλεκτρικών διασυνδέσεων και της μη παρεμπόδισής τους στην Άγκυρα. Σε κάθε περίπτωση, στο Πεντάγωνο παραμένουν σε επιφυλακή, διότι κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ένα θερμό επεισόδιο και ο εφησυχασμός ποτέ δεν είναι στην ατζέντα του υπουργείου Εθνικής Άμυνας.