«Δεν ξέρω τι θα συμβεί στο μέλλον και τι θα κάνω. Αυτό που ξέρω είναι πως προτιμώ να δώσω τέλος στη ζωή μου, αν είναι να πάω πίσω στο Αφγανιστάν ή στο Ιράν. Είναι πολύ επικίνδυνο να ζεις στο Αφγανιστάν. Καθημερινά υπάρχουν βομβιστικές επιθέσεις και επιθέσεις αυτοκτονίας». Η Χαζάρα δεν είναι παρά μόλις 20 ετών κι, όμως, σκέφτεται μέχρι και την αυτοκτονία, όταν συνειδητοποιεί ότι το ταξίδι της προς το… ευρωπαϊκό όνειρο είναι πολύ πιθανό να έχει άδοξο τέλος.

Είναι μία από τους χιλιάδες Αφγανούς, που έχουν εγκλωβιστεί στην Ελλάδα και κατά μήκος των άλλων χωρών της «βαλκανικής οδού», μετά την αιφνίδια απόφαση ορισμένων κρατών να κλείσουν τη «στρόφιγγα» ροής προς την Ευρώπη για τους Αφγανούς πρόσφυγες.

Η προσφυγιά δεν είναι κάτι άγνωστο για τη νεαρή Αφγανή, αφού την είχε γνωρίσει από παιδί ακόμη, μέσα από τις διηγήσεις των γονιών της, που πριν από τρεις δεκαετίες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν και να καταφύγουν στο Ιράν, αφού ως Χαζάροι (σ.σ. μια κυρίως σιιτική μειονότητα, η οποία ομιλεί τα περσικά και είναι αντιμέτωπη με διωγμούς εδώ και χρόνια στο Αφγανιστάν) και σιίτες βρίσκονται στο στόχαστρο των Ταλιμπάν.

Τώρα, στα 20 της χρόνια, μόλις ένα εξάμηνο προτού πάρει το πτυχίο της, η Χαζάρα ζει και η ίδια στο «πετσί» της την προσφυγιά. Ήταν προτού 47 ημέρες, όταν έφυγε από το Ιράν μαζί με τη μητέρα της, τα δύο αδέλφια της (τα άλλα δύο ζουν στο Αφγανιστάν) αποφασισμένη να «ανασάνει» την ελευθερία. Το ταξίδι ήταν δύσκολο και οι κίνδυνοι μεγάλοι για την ίδια αλλά και για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της, αλλά η θέλησή της για μια ανθρώπινη ζωή, κάπου στη δυτική Ευρώπη, «σιδερένια».

Το ταξίδι προς το όνειρο όμως διακόπηκε απρόσμενα και μάλλον βίαια πριν από μερικές ημέρες, όταν η βαριά σιδερόφραχτη πύλη στην ουδέτερη ζώνη Ελλάδας-ΠΓΔΜ έκλεισε ερμητικά για τους Αφγανούς.

af2

Τώρα, από το Κέντρο Μετεγκατάστασης στα Διαβατά, μια «ανάσα» από τη Θεσσαλονίκη και καμιά εξηνταριά χιλιόμετρα από την Ειδομένη, απευθύνει ένα μεγάλο «γιατί» -γιατί δεν της είπε κανείς πως θα εγκλωβιστεί εδώ προτού ξεκινήσει το ταξίδι της- και με μελαγχολία ατενίζει το μέλλον.

«Ήταν ένα πολύ δύσκολο ταξίδι. Κοντέψαμε να ναυαγήσουμε και να πεθάνουμε. Είχε πολύ κρύο μέσα στη βάρκα και ήταν πολύ σκοτεινά. Η βάρκα ήταν ελαττωματική και η μηχανή σταματούσε συνεχώς και προσπαθούσαμε να την επανεκκινήσουμε», θυμάται και λέει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων πως όνειρό της ήταν να βρεθεί στην Ευρώπη και να συνεχίσει τις σπουδές της, να «χτίσει» εκεί μια νέα ζωή, χωρίς φόβο. Να αισθανθεί ασφάλεια…

Αποφάσισε να εγκαταλείψει το Ιράν όταν οι αρχές της χώρας θέλησαν, όπως λέει, να πάρουν τα αδέλφια της -μοναδικό στήριγμα, όπως τονίζει, στη ζωή της, αφού ο πατέρας της έχει πεθάνει- «και να τους στείλουν να πολεμήσουν στη Συρία κατά του Daesh» (Ισλαμικό Κράτος).

Αλλά κι επειδή η ζωή για τους Χαζάρους στο Ιράν ελλοχεύει πολλούς κινδύνους. «Χρησιμοποιούν τη λέξη “Αφγανός” υποτιμητικά και μας διώκουν», λέει και συνεχίζει: «Είμαστε Χαζάροι και σιίτες και υφιστάμεθα ρατσισμό τόσο στο Αφγανιστάν όσο και στο Ιράν. Είναι πολύ δύσκολο για εμάς να ζήσουμε στο Αφγανιστάν γιατί οι Χαζάροι διώκονται και είναι πολύ πιθανό να δολοφονηθούν. Οι Ταλιμπάν είναι εχθροί των Χαζάρων. Θέλουν να μας σκοτώσουν περισσότερο από κάθε άλλη φυλή στο Αφγανιστάν».

Στο δίλημμα «αίτηση ασύλου στην Ελλάδα ή… επιστροφή», απαντά μάλλον αμήχανα: «Δεν ξέρω. Άκουσα ότι η οικονομία δεν είναι καλή και δεν θα μπορέσουμε να ζήσουμε εδώ. Είναι δύσκολη απόφαση. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ αυτό. Φοβάμαι αυτή την επιλογή».

Για τη διαμονή της στα Διαβατά λέει πως ζουν εννιά άτομα σε μια σκηνή και αυτό είναι πολύ δύσκολο. «Δεν μπορείς να κοιμηθείς, να ηρεμήσεις, είμαστε εξαντλημένοι», λέει και επαναλαμβάνει πως το μόνο που θέλει είναι να πάει στην Ευρώπη και να συνεχίσει τις σπουδές της.