Η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα και διαχρονικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες για τον περιορισμό της, το φαινόμενο δεν έχει εξαλειφθεί, απλώς έχει περιοριστεί, συνεχίζοντας να επηρεάζει τα δημόσια έσοδα και τη λειτουργία της αγοράς. Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην ετήσια έκθεσή της, η ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου είναι απαραίτητη όχι μόνο για να αυξηθούν τα κρατικά έσοδα, αλλά και για να λειτουργήσει πιο δίκαια και αποτελεσματικά η οικονομία. Όταν κάποιοι δεν δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, το βάρος μεταφέρεται στους συνεπείς φορολογούμενους, δημιουργώντας ανισότητες και στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.

Αν και η εικόνα έχει βελτιωθεί, λοιπόν, σε σχέση με το παρελθόν, υπάρχουν ακόμη τομείς όπου το πρόβλημα είναι πιο έντονο. Κυρίως πρόκειται για επαγγέλματα στα οποία οι συναλλαγές γίνονται σε μεγάλο βαθμό με μετρητά, κάτι που δυσκολεύει τον έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές. Σε αυτές τις κατηγορίες περιλαμβάνονται υπηρεσίες υγείας (π.χ. αμοιβές γιατρών), νομικά επαγγέλματα (π.χ. αμοιβές δικηγόρων), καθώς και τεχνικά επαγγέλματα (όπως μηχανικοί, εργολάβοι, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί και ψυκτικοί). Παράλληλα, αυξημένη παρουσία φοροδιαφυγής καταγράφεται και σε προσωπικές υπηρεσίες, όπως είναι τα κομμωτήρια, η περιποίηση νυχιών, τα συνεργεία αυτοκινήτων και ό,τι σχετίζεται με επισκευές, αλλά και σε τμήματα της εστίασης και του λιανεμπορίου. Για την ιστορία, να σημειώσουμε ότι το 68% των ιδιοκτητών μπαρ δηλώνει ζημιές. Αντιστοίχως, ζημίες δηλώνει το 59% των κομμωτηρίων, το 53% των εστιατορίων και το 50% των συνεργείων αυτοκινήτων.

Κομμωτήριο

Το βασικό κοινό στοιχείο σε πολλές από αυτές τις δραστηριότητες είναι ότι οι συναλλαγές δεν καταγράφονται πάντα ηλεκτρονικά. Η χρήση μετρητών αφήνει περιθώρια για μη έκδοση αποδείξεων ή για δήλωση χαμηλότερων ποσών από τα πραγματικά. Έτσι, ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας παραμένει «αόρατο» για το κράτος.

Για τον λόγο αυτό, οι συγκεκριμένοι κλάδοι βρίσκονται στο επίκεντρο των ελέγχων. Οι Αρχές επιχειρούν να εντοπίσουν τη «χαμένη» φορολογητέα ύλη και να περιορίσουν τις πρακτικές που οδηγούν σε απώλεια εσόδων. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στο να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι συναλλαγές στην καθημερινότητα.

Ένα από τα βασικά εργαλεία που προωθούνται είναι η ευρύτερη χρήση των ηλεκτρονικών πληρωμών, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος. Όσο περισσότερες συναλλαγές πραγματοποιούνται μέσω καρτών ή άλλων ψηφιακών μέσων, τόσο πιο εύκολο γίνεται να καταγράφονται και να ελέγχονται άμεσα. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται σημαντικά η δυνατότητα απόκρυψης εισοδημάτων.

Την ίδια στιγμή, η τεχνολογία παίζει ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο. Τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα, με πρώτιστη την τεχνητή νοημοσύνη, επιτρέπουν τη διασταύρωση στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, βοηθώντας τις αρχές να εντοπίζουν περιπτώσεις όπου τα δηλωθέντα εισοδήματα δεν συμβαδίζουν με την πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Αυτή η εξέλιξη θεωρείται καθοριστική για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, κάτι που γνωρίζουν καλά τόσο στην ΑΑΔΕ όσο και στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στη μείωση της χρήσης μετρητών. Η ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, είτε μέσω κινήτρων για τους πολίτες είτε μέσω υποχρεώσεων για τις επιχειρήσεις, αναμένεται να περιορίσει περαιτέρω τα περιθώρια παραβατικότητας. Ήδη, τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί θετικά αποτελέσματα, ειδικά στην είσπραξη του ΦΠΑ, χάρη στη μεγαλύτερη χρήση ψηφιακών μέσων πληρωμής.

Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι η λύση δεν βρίσκεται μόνο σε μεμονωμένα μέτρα. Απαιτείται μια συνολική και σταθερή στρατηγική που θα αλλάξει τη δομή της οικονομίας και θα ενισχύσει τη φορολογική συμμόρφωση σε βάθος χρόνου. Οι διαρθρωτικές αλλαγές, δηλαδή τα μόνιμα μέτρα που εφαρμόζονται σε βάθος χρόνου, φαίνεται ότι έχουν ήδη συμβάλει στην αύξηση των εσόδων τα προηγούμενα χρόνια. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος: «Οι συστηματικές προσπάθειες για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής αποδίδουν πλέον σαφή και μετρήσιμα αποτελέσματα, οδηγώντας σε μόνιμη ενίσχυση των εσόδων μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και δημιουργώντας διατηρήσιμο δημοσιονομικό χώρο. Αυτή η θετική δυναμική επέτρεψε την υιοθέτηση μόνιμων φορολογικών παρεμβάσεων από το 2026, με έμφαση στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της μεσαίας τάξης, των οικογενειών με παιδιά και των νέων εργαζομένων. Η επιτάχυνση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους μέσω πρόωρων αποπληρωμών ενισχύει περαιτέρω την αξιοπιστία της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, μειώνει τις μελλοντικές πληρωμές τόκων, περιορίζει τον επιτοκιακό κίνδυνο και συνεπάγεται μικρότερες ανάγκες δημοσιονομικής προσαρμογής στο μέλλον».