Τι μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο να κάνει ένα τάμα; Τι θα μπορούσες να υποσχεθείς για ένα θαύμα; Ο Γιώργος Χριστοδούλου αυτή την περίοδο ανεβάζει την παράσταση, «Το Τάμα», φέρνοντας στη σκηνή αληθινές ιστορίες ανθρώπων από διαφορετικές εποχές και ζωές, που μπροστά στο αδιέξοδο δίνουν υπόσχεση σε μια ανώτερη δύναμη ως έσχατη πράξη έκκλησης για βοήθεια.

Η παράσταση έχει εξαιρετικά ενδιαφέρον και από το πρώτο ανέβασμά της στο πλαίσιο του θεσμού «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», το περασμένο καλοκαίρι, είχε θερμή αποδοχή και ανταπόκριση από το κοινό.

Με τον Γιώργο Χριστοδούλου συναντηθήκαμε με αφορμή το ανέβασμα της παράστασης στο Σύγχρονο Θέατρο και η κουβέντα μας επιστράφηκε, κυρίως, γύρω από το θέμα της θρησκείας, της πίστης, της εκκλησίας, αλλά και τα τάματα που δίνουν πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι σε στιγμές δύσκολες στρέφονται για βοήθεια προς μια ανώτερη θεία δύναμη.

Πώς προέκυψε η ιδέα να γράψεις μια παράσταση που έχει να κάνει με την πίστη και ειδικότερα με το τάμα;

Όλα ξεκίνησαν από εμένα τον ίδιο. Ήρθα σε επαφή με έναν άνθρωπο που είχε μια μεγάλη συλλογή από τάματα και, βλέποντάς την, προσπάθησα να φανταστώ τα χέρια που τα κρατούσαν. Τις ιστορίες πίσω από αυτά τα τάματα.

– Εσύ έχεις κάνει κάποιο τάμα στη ζωή σου;

Όχι, δεν έχει τύχει. Η αλήθεια είναι ότι έχω φτάσει σε πολλές στιγμές που θα μπορούσα να είχα κάνει ένα τάμα, αλλά, ίσως, ναι ή κάποια φορά, για τα παιδιά μου, ας πούμε, ως νέος πατέρας που ανησυχούσα πολύ, είχα ζητήσει από τον Θεό να έχει τα παιδιά μου καλά, αυτό.

– Το τάμα, μπορεί να μην είναι υλικό, να μην είναι ένα αντικείμενο που δίνεις, μπορεί να είναι κάτι που να πεις ότι εγώ θα κάνω αυτό.

Ναι, και στην παράσταση υπάρχει αυτό. Προσπαθούμε να καλύψουμε, κατά κάποιον τρόπο, όλο το φάσμα του τι σημαίνει τάμα. Δηλαδή, έχουμε τάματα που απευθύνονται σε κάποιον Άγιο και πηγαίνει αυτός που κάνει την ικεσία, αφήνοντας ένα μεταλλικό αντικείμενο από αυτά τα γνωστά. Υπάρχουν και περιπτώσεις, όπου κάποιος κάνει τάμα, όταν υπόσχεται στον ίδιο τον εαυτό να κάνει κάτι, αν τα καταφέρει, και βρει βοήθεια. Εμένα, δεν με ενδιαφέρει να μιλήσω για τη θρησκεία ή τον Θεό ή την πίστη, με αφορούν πιο πολύ οι άνθρωποι που αναζητούν ελπίδα και όλες αυτές οι περιπτώσεις, όπου ο άνθρωπος φτάνει σε ένα κομβικό σημείο και οτιδήποτε ανθρώπινο δεν μπορεί πια να τον βοηθήσει. Αυτή η περιοχή, η ανθρώπινη, με ενδιαφέρει περισσότερο.

Γιώργος Χριστοδούλου

– Αυτό που φτάνεις σε ένα σημείο και εναποθέτεις κάπου τις ελπίδες σου. Και συνήθως τις εναποθέτουμε στο Θείο, μάλλον σε κάτι που είναι πιο πάνω από τις δικές μας δυνάμεις.

Ξέρεις τι γίνεται, εμείς, όπως και να το κάνουμε, είμαστε φοβερά ευάλωτοι και οι δυνάμεις μας είναι πολύ περιορισμένες. Υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή μας, νιώθω εγώ, που μας ξεπερνούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις κάποιοι στρέφονται προς τον Θεό. Υπάρχουν και κάποιοι που δεν στρέφονται άμεσα προς τον Θεό, αλλά κάπου εκφράζουν μία τεράστια ανάγκη για βοήθεια. Δηλαδή πολλοί άνθρωποι θεωρώ που δεν είναι πιστοί, δεν πιστεύουν στον Θεό, φτάνουν σε σημεία να αναζητήσουν βοήθεια από μία ανώτερη δύναμη. Και στην παράσταση υπάρχει αυτό, δηλαδή κατά κάποιον τρόπο η ίδια η πράξη του τάματος διαμορφώνει και την πίστη από το να είναι εξ αρχής κάποιος πιστός.

– Ναι, της εκκλησίας που λέμε. Όταν μου έτυχε μία δύσκολη στιγμή και ήμουν πραγματικά απελπισμένη, στο σημείο που λες «σηκώνω τα χέρια ψηλά», έκανα ένα τάμα ή μάλλον έδωσα μια υπόσχεση -γιατί δεν ήταν υλικό- να την πραγματοποιήσω, αν εκπληρωθεί αυτό που ζήτησα. Κι εκπληρώθηκε… Οπότε, θέλω να πω ότι το τάμα δεν είναι απαραίτητα κάτι υλικό, αλλά μια υπόσχεση.

Κοίταξε, αρχίζοντας να δουλεύω και να μελετάω γύρω από το τάμα, συνειδητοποίησα ότι πολλοί άνθρωποι του κοντινού μου περιβάλλοντος έχουν κάνει, όχι τάμα ακριβώς, έχουν βρεθεί πολύ κοντά σε αυτό και έχουν δώσει… σαν υπόσχεση. Και η μάνα μου, ξέρω εγώ, και ο πατέρας μου και άλλοι πιο κοντινοί μου, που ούτε αυτοί ανήκουν, ρε παιδί μου, στους κλασικούς πιστούς που πάνε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Η σχέση των κοντινών μου ανθρώπων είναι σε τυπικά πλαίσια. Ο τρόπος που, παρότι η θρησκεία έχει πολύ συγκεκριμένους κανόνες, κακά τα ψέματα, νομίζω περισσότερο και ο Έλληνας αυτό, είναι χαρακτηριστικό του Έλληνα, πιστεύει λίγο και με τον δικό του τρόπο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι σωστό προς τη θρησκεία, αλλά για μένα ούτως ή άλλως…

– Νομίζω και η θρησκεία η ίδια σου αφήνει αυτή την ελευθερία.

Δεν θα το έλεγα.

Γιώργος Χριστοδούλου

– Η θρησκεία, όχι η εκκλησία.

Αυτό, ναι. Η ίδια η θρησκεία έχει μέσα της μια φιλοσοφία της αναζήτησης κι εμπεριέχει και την ελευθερία μέσα ως έναν βαθμό. Τα άλλα στοιχεία της ενοχής, της αμαρτίας, της τιμωρίας, είναι πράγματα που κατά κάποιον τρόπο τα έχει ορίσει η εκκλησία.

– Και ξέρεις τι, αυτό, δηλαδή και στην παράστασή σου, φαντάζομαι αυτό θα το δούμε ότι, γιατί όταν ακούει κάποιος τη λέξη τάμα, του έρχεται και στο μυαλό ότι πάω στην Τήνο γονυπετής. Δεν είναι μόνο αυτή η μορφή του τάματος.

Για μένα έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον πως, όταν άρχισα να ερευνώ για το τάμα, το πρώτο που πήγα να ψάξω ήταν πώς είναι ένα τάμα στην Τήνο. Έψαξα από διάφορες πηγές, από το παρελθόν μέχρι σήμερα, και είδα ότι τον Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο, παρότι υπάρχει το κομμάτι της ικεσίας και του τάματος, είναι σαν πανηγύρι, μια τεράστια γιορτή που περιλαμβάνει και το κομμάτι της ικεσίας. Κάπως έτσι είναι και η παράστασή μας. Όποιος φαντάζεται ότι η παράσταση του τάματος είναι ένα θρησκευτικό δράμα, όπου είναι κάποιοι άνθρωποι που κλαίνε και πονάνε και απελπίζονται, κάνουν λάθος. Η προσέγγισή μας έχει να κάνει με τη λαϊκή θρησκευτικότητα, δηλαδή με τη λαϊκή ψυχή κι έκφραση της θρησκευτικότητας, που έχει μέσα του αυθεντικότητα, γιορτή, μουσική και φυσικά μια ανάγκη να απευθυνθείς στον Θεό, στον εαυτό σου, σε οποιονδήποτε μπορεί να σου δώσει μια βοήθεια.

– Ο κόσμος πώς αντιδρά;

Το πρώτο που καταλαβαίνω είναι ότι οι περισσότεροι ξαφνιάζονται, δεν περιμένουν να δουν αυτό που βλέπουν στη σκηνή. Όταν ακούνε τάμα, το μυαλό τους πάει σε κάτι συγκεκριμένο. Αυτό το συγκεκριμένο που πάει το μυαλό των ανθρώπων όταν ακούνε τάμα, δεν έχει να κάνει με τη δική μας παράσταση. Το δεύτερο που παρατήρησα από τότε που πρωτοπαίχτηκε στο «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», είναι πως ο καθένας -επειδή είναι έξι διαφορετικές ιστορίες από το παρελθόν μέχρι σήμερα- βρίσκει μία ιστορία ή ένα κομμάτι της ιστορίας που θα συνδεθεί, θα τον αγγίξει. Υπάρχουν στιγμές με πάρα πολύ χιούμορ, που είναι πάρα πολύ ωραίο ότι κάποιος έρχεται να δει αυτή την παράσταση και στην πραγματικότητα έχει ένα τεράστιο εύρος της ψυχικής διαδρομής που θα περάσει παρακολουθώντας. Και αυτό που εγώ προσπαθώ πάντα είναι η παράσταση που παρακολουθεί ο θεατής να είναι πολύ επιδραστική και να αγγίζει την εμπειρία. Δηλαδή να μην είναι απλά κάτι ψυχαγωγικό ή οτιδήποτε άλλο. Θέλω ο άλλος κατά κάποιον τρόπο να συμμετέχει ψυχικά και να μην μένει ανεπηρέαστος. Αλλιώς να μπαίνει και αλλιώς να βγαίνει. Αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα. Και πιστεύω ότι αυτή η παράσταση το καταφέρνει.

Γιώργος Χριστοδούλου

– Επειδή γενικά η εποχή που ζούμε είναι δύσκολη σε πολλά επίπεδα, εσύ τι παρατηρείς; Ο κόσμος έχει κάνει μία στροφή, νιώθει την ανάγκη να εναποθέσει τις ελπίδες του σε κάτι πιο ανώτερο από τον ίδιο ή από αυτούς που ήδη μας κυβερνάνε; Έρχεται πιο κοντά στη θρησκεία ή απομακρύνεται;

Κοίταξε, εγώ αυτό που παρατηρώ είναι ότι πολλοί άνθρωποι τώρα αναζητούν κάτι πιο πνευματικό, κάτι που να ξεπερνάει το υλικό κομμάτι, και πιο νέοι σε ηλικία. Και αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι στρέφονται προς τον χριστιανισμό ή οτιδήποτε άλλο. Αλλά ψάχνουν, αναζητούν κι ένα κομμάτι πέρα από αυτό που βλέπουν. Δηλαδή, θεωρώ πως είναι μία τάση αυτή. Και, κατά τη γνώμη μου, είναι ίσως και καιρός να επαναδιαπραγματευθούμε λίγο το θέμα της θρησκείας και της πίστης. Η εκκλησία είναι ένα πολύ κλειστό σύστημα που δεν μεταβάλλεται. Παρ’ όλα αυτά, η ερμηνεία μιας θρησκείας είναι ένα πνευματικό μονοπάτι που έχει πολλά οφέλη. Για μένα, ρε παιδί μου, εξαρχής το έχω πει ότι εγώ αντιμετωπίζω τη θρησκεία ως ένα φιλοσοφικό σύστημα που έχει μέσα του πάρα πολλή αγάπη που για μένα είναι το σημαντικότερο. Και ενσυναίσθηση που είναι κάτι το οποίο λείπει πολύ στις μέρες μας.

– Μα και το βασικό μήνυμα του Χριστού ήταν το «Αγαπάτε αλλήλους».

Αυτό κι αν είναι, ρε παιδί μου, η απόλυτη φράση της ενσυναίσθησης.

– Και της αλληλεγγύης, η οποία στις μέρες μας έχει χαθεί. Και βλέπεις ότι η Εκκλησία δεν εκμοντερνίζεται με την καλή έννοια.

Κοίταξε, εγώ νιώθω ότι η Εκκλησία και κυρίως η Ορθόδοξη κυρίως, κατά κάποιο τρόπο, παίζει και τον ρόλο τού να διαφυλάξει κάτι το παραδοσιακό. Και είναι πραγματικά πολύ δυσκίνητη και δεν αλλάζει με έναν τρόπο που να δίνει χώρο στην καινούρια πραγματικότητα, στην καινούρια εποχή, στις καινούριες ανάγκες, στην καινούρια αντίληψη των ανθρώπων.

– Το είδαμε και με το νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Που δεν ήταν κι έκπληξη η στάση της Εκκλησίας, αλλά θα μπορούσε να ήταν πιο ανεκτική σε αυτό το κομμάτι.

Εγώ βλέπω ότι όλα τα θρησκευτικά κείμενα, τα χριστιανικά, μιλάνε μόνο για αγάπη κατά κάποιο τρόπο και αλληλεγγύη και αυτό που κυρίως έρχεται στην επιφάνεια, στις μέρες μας, από την πλευρά της Εκκλησίας, είναι σε διαχωρίζω, σε κατακρίνω, πολύ μίσος. Αυτό δεν υπάρχει πουθενά. Για μένα, η Εκκλησία θα έπρεπε να παίζει τον ρόλο της συγκολλητικής ουσίας κοινωνικά και όχι αυτού της αποκόλλησης. Και τον παίζει πολύ αυτόν τον ρόλο. Και όχι μόνο σε σχέσεις που αφορούν σε θέματα, όπως το νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, αλλά και σε άλλα θέματα όπως με τους μετανάστες. Ακούω κηρύγματα που γίνονται μέσα στις Εκκλησίες, που είναι φασιστικά.

Γιώργος Χριστοδούλου

– Υπάρχει μία μερίδα, βέβαια, της Εκκλησίας, που τα έχει ξεπεράσει αυτά, αλλά δεν είναι τόσο έντονη η φωνή.

Κοίταξε, εμείς τα τσουβαλιάζουμε όλα. Η ανώτερη κλίμακα της Εκκλησίας παραμένει απίστευτα συντηρητική. Γνωρίζω και προσωπικά, και ξέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι ιερείς της Εκκλησίας, οι οποίοι αναζητούν την ουσία αυτού που κάνουν. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, αλλά και αυτοί δέχονται πόλεμο από τις ανώτερες βαθμίδες. Και αυτό το ξέρω, δηλαδή.

– Στην παράσταση έρχονται άνθρωποι της Εκκλησίας για να την παρακολουθήσουνε;

– Όχι, και να σου πω την αλήθεια και είμαι πάρα πολύ περίεργος. Θα ήθελα δηλαδή να δω πώς θα ήταν. Έχουν έρθει όμως άνθρωποι οι οποίοι πιστεύουν πολύ. Και πραγματικά, παρότι δεν είναι μία παράσταση που απευθύνεται στον πιστό απαραίτητα, επειδή όμως αντιμετωπίζουμε την πίστη του καθενός με σεβασμό, την έχουν δει με πολύ θετικό βλέμμα – και στην τελική η προσέγγισή μας είναι τελείως ανθρώπινη. Στο κέντρο είναι ο άνθρωπος και έχουμε το δικαίωμα να μιλήσουμε γι’ αυτό και δεν προσβάλλουμε κανέναν. Εμείς επικεντρωνόμαστε στη διαδρομή του ανθρώπου και όχι στη δύναμη του θείου.

– Πάντως είναι έκπληξη ότι εσύ ένα νέο παιδί, μοντέρνο παιδί, καταπιάστηκε με αυτό το θέμα.

Ναι, ξέρεις τι, χαίρομαι γιατί σε αυτή τη δουλειά δεν σκέφτηκα τίποτα. Θέλω να πω ότι δεν σκέφτηκα τι θα αφορούσε περισσότερο το κοινό τώρα. Ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτό σε αυτή τη δεδομένη φάση και το έκανα τελείως απενοχοποιημένα και διαπιστώνω ότι αυτό μέχρι τώρα κάνει την παράστασή μας να ξεχωρίζει, ότι έχει μια αυθεντικότητα και δεν έχουμε φοβηθεί. Και πέρα από όλα τα άλλα, οι καταστάσεις στις οποίες έρχονται οι χαρακτήρες του έργου είναι ίδιες με εκείνες που έρχονται όλοι οι άνθρωποι από παλιά μέχρι σήμερα. Και αυτό κάνει την παράστασή μας σύγχρονη. Μπορεί η αφορμή στην πραγματικότητα να είναι το τάμα, αλλά μιλάμε για μια ανθρώπινη κατάσταση που είναι ακόμα πάρα πολύ σύγχρονη. Εγώ επιδιώκω να μιλήσω για την ανθρώπινη ευαλωτότητα και την ανασφάλεια διαχρονικά.

– Στην παράσταση, οι χαρακτήρες ποιοι είναι;

Είναι έξι ιστορίες οι οποίες βασίζονται σε πραγματικές μαρτυρίες. Ο πυρήνας τους δηλαδή είναι πραγματικές μαρτυρίες.

Γιώργος Χριστοδούλου

– Τις έχουν εξιστορήσει σε εσένα τον ίδιο ή από γνωστούς σου;

Μέσα από βιβλιογραφία, αλλά και την έρευνα που έκανα, βρήκα κάποιες ιστορίες. Σε κάποιες κράτησα το μεγαλύτερο κομμάτι, σε άλλες υπήρξε περισσότερη μυθοπλασία – στην πραγματικότητα σε όλες προσπάθησα να αποκρυσταλλώσω τον πυρήνα και μέσα από αυτόν να μιλήσω για εκείνα που ήθελα.

– Υπάρχει κάποια ιστορία που σε συγκίνησε περισσότερο ή τη σκέφτεσαι περισσότερο;

Με έχει συγκινήσει πολύ η ιστορία μιας γυναίκας που επιβίωσε από το ναυάγιο του Σάμινα, η οποία μάλιστα το τάμα που κάνει δεν απευθύνεται στον Θεό, αλλά στον εαυτό της. Η ιστορία της με συγκίνησε, γιατί όλη της τη ζωή είχε μεγαλώσει πιστεύοντας ότι χρειάζεται οι άλλοι να τη προστατεύουν και να τη φροντίζουν κι εκείνο το βράδυ βρέθηκε μόνη της μέσα στα κύματα και κατάφερε να επιβιώσει, βοηθώντας και άλλους ανθρώπους. Έδειξε τέτοια απίστευτη δύναμη για να τα καταφέρει και μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση το πώς όλη αυτή η εμπειρία τη διέλυσε, πόσο δυνατή υπήρξε εκείνη τη νύχτα και πόσο καταστράφηκε μετά.

– Έχεις έρθει σε επαφή μαζί της;

Όχι, ήρθα μόνο μέσα από μαρτυρίες μέσα από αλληλογραφία. Προσπάθησα να είμαι διακριτικός και προσπάθησα να κρύψω και την ταυτότητα των πραγματικών προσώπων, γιατί δεν ήξερα τι ήθελε ο άλλος να φανεί.

– Στην παράσταση πρωταγωνιστούν τρεις γυναίκες.

Ναι, είναι τρεις ηθοποιοί που παίζουν έξι διαφορετικούς χαρακτήρες.

– Η επιλογή ότι είναι μόνο γυναίκες ήταν τυχαία;

Ναι, είναι τυχαία, αλλά εκμεταλλεύτηκα το γεγονός ότι εντέλει αυτές τις ιστορίες τις ακούω από το στόμα τριών γυναικών, δηλαδή κομμάτι του θέματος γυναίκα υπάρχει πολύ έντονα στην παράσταση, παρότι δεν ήταν στις αρχικές μου προθέσεις. Έγινε από μόνο του γιατί είναι τρεις γυναίκες ηθοποιοί, έξι ιστορίες που τις ακούω από το δικό τους στόμα και αναπόφευκτα δηλαδή γίνονται συνδέσεις τις οποίες, ακόμα και αν δεν τις ήθελα, υπάρχουν.

Γιώργος Χριστοδούλου

– Δεν ξέρω τώρα πώς θα ακουστεί αυτό, αλλά νομίζω πως συνδέεσαι ή ακούς πιο εύκολα μια ιστορία που θα στην πει μια γυναίκα, μια ιστορία που κουβαλάει πόνο ή ένα δράμα κι έχει μέσα και μια θρησκευτικότητα. Δεν ξέρω, ίσως επειδή το έχω συνδέσει και με τη γιαγιά που λέει τα παραμύθια, οπότε έρχεται πιο ωραία η σύνδεση νομίζω.

Κοίτα, έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον ότι από αυτά που διάβασα για τις λαϊκές, τις θρησκευτικές τελετές από διάφορα έθιμα που γίνονται μέσα στα χρόνια σε όλη την Ελλάδα, η γυναίκα είναι εκείνη που είναι υπεύθυνη για αυτά. Κατά κάποιον τρόπο η γυναίκα είναι αυτή που είναι «ιέρεια» αυτών των τελετουργιών, οπότε για μένα έχει σημασία το ότι σε αυτή τη λαϊκή τελετουργία την οποία κάνουμε στο Θέατρο Σύγχρονο, οι αρχηγοί είναι οι γυναίκες και οι υπεύθυνες γι’ αυτό που συμβαίνει.

– Ναι, πράγματι, η γυναίκα είναι εκείνη που θα διατηρήσει τις γιορτές, τις παραδόσεις, ακόμα και στο κομμάτι της θρησκείας, η γυναίκα είναι αυτή που θα πάει το πρόσφορο στην εκκλησία, θα φτιάξει φανουρόπιτα… Αλήθεια, φανουρόπιτα έχετε στην παράσταση;

Βέβαια έχουμε την ιστορία μιας γυναίκας, η οποία κάνει για τα πάντα φανουρόπιτα! Για τα πάντα όμως!

– Ναι, φτιάχνουν φανουρόπιτα μέχρι και για να σου «φανερωθεί» ο άντρας που θα πάρεις. (γέλια)

Αυτό που λες υπάρχει μέσα στο κείμενο! Κοίταξε, δεν μπορούσαμε να μην έχουμε στην παράστασή μας και το κομμάτι που έχει αυτόν τον χαρακτήρα, το λίγο αστείο. Φυσικά εντάξει, για κάποιους δεν είναι αστεία αυτά τα πράγματα, αλλά, όπως και να το κάνεις, πολλά κομμάτια που αφορούν το τάμα ή και την ίδια την Εκκλησία έχουν μια γραφικότητα. Εγώ αυτό δεν ήθελα να το αφήσω απέξω, ήθελα να μιλήσουμε και γι’ αυτό, να το δούμε. Η πνευματικότητα παίρνει τις μορφές που της δίνει ο άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει. Δηλαδή έχει να κάνει πολύ με τον τρόπο που πιστεύει κάποιος. Αν κάποιος αντιμετωπίζει ελαφριά και με χιούμορ το κομμάτι της θρησκείας, παίρνει αυτόν τον χαρακτήρα. Αν κάποιος αντιμετωπίζει πάρα πολύ σοβαρά, γίνεται πιο σοβαρό. Αν κάποιος το αντιμετωπίζει ως κομμάτι της ζωής του ή ως κομμάτι μιας υπαρξιακής φιλοσοφίας, τότε παίρνει και αυτή τη χροιά, ας πούμε, η πίστη. Εγώ έχω προσπαθήσει να αγγίξω όλο το φάσμα. Παρότι, όπως είπα από την αρχή, δεν ήθελα να μιλήσω για την πίστη. Ήθελα να μιλήσω για τους ανθρώπους, δηλαδή και πάλι εκεί καταλήγω. Στο πώς ο καθένας βλέπει τη σχέση του με το υπερβατικό.

– Πάντως, γενικά, σ’ αρέσει να αφηγείσαι αληθινές ιστορίες στο θέατρο.

Ναι, πάρα πολύ.

– Γιατί αυτό;

Δεν ξέρω, αλλά ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα, είτε μπω στο ίντερνετ, είτε ακούσω ειδήσεις, είτε κάποιος μου αφηγηθεί κάτι, μέσα μου όλα αυτά μεταβολίζονται ως μελλοντικό υλικό για κάτι που θα γράψω. Για κάποιον λόγο, αντλώ πολύ υλικό από την πραγματικότητα. Και μου αρέσει αυτό. Ίσως, κάποια στιγμή το μυαλό μου να γεννήσει κάτι τελείως από μόνο του.

Γιώργος Χριστοδούλου

– Σου άρεσε από μικρός να ακούς ιστορίες των άλλων; Είσαι ακουστικός τύπος;

Κοίτα, μ’ αρέσει πάρα πολύ να ακούω τους άλλους. Και από μικρός μου άρεσε να φαντάζομαι διαφορετικές εκδοχές. Αν ακούω κάτι από σένα, μπορεί να φανταζόμουν ένα κομμάτι της ιστορίας που μπορεί να είχε γίνει, που δεν μου το έχεις αφηγηθεί ή μπορεί να ακούσω ένα μικρό κομμάτι μιας ιστορίας στην τηλεόραση ή οπουδήποτε ή να δω μια εικόνα και να φανταστώ μια ολόκληρη ιστορία. Είναι μια διαδικασία που μπαίνω κάπως αυτόματα. Είμαι κάπως ονειροπόλος και αυτό στο συγγραφικό κομμάτι έχει βοηθήσει.

– Στην τηλεόραση θα σε ξαναδούμε;

Συζητάω τώρα για κάποια πράγματα, δεν ξέρω αν θα ευοδωθούν. Μου αρέσει η τηλεόραση.

– Ο Σασμός ήταν η πρώτη σου δουλειά στην τηλεόραση;

Ναι, η πρώτη μου δουλειά.

– Και πώς σου φάνηκε αυτή η εμπειρία; Γιατί ήταν και μια σειρά που είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία. Και ήσουν και το τρίτο πρόσωπο σε ένα ζευγάρι που ο κόσμος το αγαπούσε…

Κοίταξε, αρχικά, ακριβώς επειδή είχε τόσο μεγάλη τηλεθέαση και συγκρίνοντας με τις επόμενες δουλειές, οι οποίες δεν είχαν ας πούμε αυτή την τεράστια επιτυχία που είχε ο Σασμός, μπορώ να πω ότι ήταν τρομακτικό στην αρχή. Πρώτα από όλα, γιατί από τη μια μέρα στην άλλη, ο κόσμος με αναγνώριζε στον δρόμο και κατά δεύτερον, εγώ μπήκα σε μια ιστορία στη δεύτερη σεζόν και λόγω του ζευγαριού, ο κόσμος είχε αντιπαθήσει τον δικό μου χαρακτήρα πριν καν εμφανισθώ στη σειρά. Και για έναν άνθρωπο που δεν έχει κάνει καν τηλεόραση προηγουμένως, το να μην τον θέλουν, δεν είναι και το πιο ευχάριστο. Φυσικά, κατάλαβα πώς λειτουργούν τα πράγματα. Κατάλαβα, δηλαδή, ότι κάνουν κύκλους και αυτό που με χαροποίησε ιδιαίτερα -επειδή έτυχε το καλοκαίρι μετά τον Σασμό να κάνω περιοδεία στην Ελλάδα και ερχόμουν σε επαφή με τον κόσμο – ήταν ότι κατά κάποιο τρόπο έκανα καλά τη δουλειά μου. Παρότι πέρασαν από φάσεις που με μίσησαν, αυτό κατά βάθος ο κόσμος καταλάβαινε ότι μου το πιστώνανε σαν επιτυχία.

– Μετά όταν μπήκες στην τηλεόραση και άρχισε ο κόσμος να ψάχνει για σένα, να μαθαίνει πράγματα για σένα, να μαθαίνει για τη ζωή σου, για την προσωπική σου ζωή, αυτό σε άγχωσε; Ένιωσες δηλαδή κατά κάποιον τρόπο μια παραβίαση;

Κοίταξε, όχι, γιατί κατά κάποιον τρόπο το ανέμενα, είναι όμως ένα κομμάτι της δουλειάς που μπορώ να πω ότι δεν μου είναι ευχάριστο. Παρ’ όλα αυτά, με ηρεμεί το γεγονός ότι αυτά τα πράγματα κάνουν κύκλους. Μπορεί μια σεζόν να σου ψάξουν τα πάντα και την άλλη σεζόν μετά βίας να σε αναγνωρίζουν στον δρόμο. Αυτό, όσο και αν σου φαίνεται περίεργο, εμένα με ηρεμεί, γιατί αυτός ο κύκλος του να είσαι πολύ μπροστά και μετά να κρατιέσαι λίγο πιο πίσω από τα φώτα, μου φαίνεται ένας ισορροπημένος τρόπος. Δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή μου, αν ήμουν ένας ηθοποιός που έχει χρόνια στη τηλεόραση, που τον αναγνωρίζουν όλοι, που μονίμως ασχολούνται όλοι μαζί του. Αυτό φαντάζομαι είναι πιο απαιτητικό. Εγώ επιδιώκω να έχω μια ήρεμη, κανονική ζωή. Για εμένα το κομμάτι της έκθεσης στην τηλεόραση είναι κομμάτι της δουλειάς που δεν σημαίνει τίποτα και το εννοώ ότι δεν σημαίνει τίποτα. Δηλαδή δεν μου προσδίδει σημαντικότητα. Όχι. Γιατί ο κόσμος το αντιλαμβάνεται έτσι. Ξέρει ότι είσαι ένα πρόσωπο που κάνεις τηλεόραση. Ενδεχομένως, να με έκανε να νιώθω ξεχωριστός, αν έκανα κάτι το οποίο είχε φοβερή επίδραση στη ζωή των ανθρώπων και που ήταν πιο ουσιαστικό από να παίζω έναν ρόλο στη τηλεόραση. Αυτό δεν σημαίνει κάτι και ο κόσμος το ξέρει.

Γιώργος Χριστοδούλου

– Βέβαια λόγω επαγγέλματος είσαι μονίμως εκτεθειμένος, ακόμα και στη σκηνή στο θέατρο, είσαι εκτεθειμένος. Και στην κριτική.

Βέβαια, αλλά ξέρεις τι, η σχέση που αναπτύσσεις στο θέατρο με τον θεατή είναι και λίγο μια σχέση του παρόντος. Και έτσι όπως γεννιέται αυτή τη στιγμή, έτσι τελειώνει. Μπορεί ο καθένας να μπει να γράψει το οτιδήποτε, ok. Αλλά από την άλλη, η συνάντηση μεταξύ μας συμβαίνει στο παρόν, έχει αρχή και τέλος. Στην τηλεόραση, τα πράγματα μένουν στον χρόνο. Και ειδικά πια με το διαδίκτυο, θα μπεις να δεις ξανά και ξανά μια σειρά, ένα επεισόδιο. Είσαι πιο εκτεθειμένος.

– Κλείνοντας, νιώθεις περισσότερο ηθοποιός ή σκηνοθέτης;

Κοίταξε, νιώθω ότι η πορεία μου μέχρι τώρα με οδηγεί κάπως φυσικά, πιο πολύ προς το σκηνοθετικό και το συγγραφικό κομμάτι. Νιώθω πολύ ικανοποιημένος ως ηθοποιός, έχω παίξει πολύ ωραία πράγματα, νιώθω τυχερός. Έχω έρθει σε επαφή με πολύ ωραία κείμενα, δεν έχω απωθημένα στο υποκριτικό κομμάτι. Νιώθω ότι η ζωή κάπως και η καρδιά μου με οδηγούν περισσότερο προς το σκηνοθετικό και το συγγραφικό κομμάτι. Θα δείξει. Εξακολουθώ να αγαπάω το θέατρο στην ολότητά του και θέλω να ασχολούμαι με αυτό, από όποιο πόστο, θα φανεί.

– Ισχύει ότι για τους ηθοποιούς είναι -κατά κάποιον τρόπο- προτιμότερο σε μια παράσταση, όταν ο σκηνοθέτης είναι και ο ίδιος ηθοποιός; Ο ηθοποιός-σκηνοθέτης μπορεί να κατανοήσει καλύτερα τις ανάγκες;

Ναι, συμβαίνει αυτό πολύ συχνά. Δηλαδή, όσες φορές με έχει σκηνοθετήσει ηθοποιός, υπάρχει άλλου είδους επικοινωνία. Γιατί ένας ηθοποιός που σκηνοθετεί έχει επίγνωση όλων των θεμάτων της διαδικασίας ενός ηθοποιού, προσπαθώντας να κάνει κάτι, ενώ ένας αμιγώς σκηνοθέτης έχει στο μυαλό του ένα όραμα, προσπαθεί να καθοδηγήσει έναν ηθοποιό και πολλές φορές νιώθω ότι πολλοί σκηνοθέτες είναι σαν να μην έχουν το μάνιουαλ, σαν να το χάνουν λίγο σε αυτό το κομμάτι.

Ταυτότητα παράστασης

Κείμενο, Σκηνοθεσία: Γιώργος Χριστοδούλου
Σκηνικά: Archlabyrinth
Ερμηνεύουν: Μαρία Προϊστάκη, Χρύσα Κοτταράκου, Φανή Παναγιωτίδου
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Προπώληση: more.com
Διάρκεια: 80 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Σύγχρονο Θέατρο
Ευμολπιδών 45