Το πολυδιάστατο έργο Intra Muros του σημαντικού νέου σκηνοθέτη και συγγραφέα του σύγχρονου γαλλικού θεάτρου, Aλεξίς Μισαλίκ, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ζωντανεύοντας ανατρεπτικά μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Παντελή Δεντάκη και τις ερμηνείες ενός συνόλου αγαπημένων ηθοποιών.

Ανάμεσά τους ο Γιώργος Συμεωνίδης, ένας από τους σημαντικούς ηθοποιούς του θεάτρου, ο οποίος εδώ και 45 χρόνια υπηρετεί τη θεατρική τέχνη αδιάκοπα και με μια ρομαντική προσέγγιση. Ρομαντικός, ευγενικός και ιδεολόγος είναι, άλλωστε και ο ήρωας που υποδύεται στο Intra Muros, ο Ανζ, τον οποίο μία σειρά από λάθη τον οδήγησαν στη φυλακή.

Με αφορμή την παράσταση μιλήσαμε με τον Γιώργο Συμεωνίδη, με τον οποίο είχαμε μια ενδιαφέρουσα κουβέντα.

– Πώς θα χαρακτηρίζατε το Intra Muros ως είδος έργου;

Χμ. Από γραφής, το έργο, και ίσως με υπόδειξη του ίδιου του σκηνοθέτη, καταχωρείται άνετα στα έργα devised. Έτσι θα το χαρακτηρίσω. Αυτό σημαίνει στα ελληνικά «κατασκευή». Για να το πω αλλιώς, έχει 60 σκηνές, που είναι πάρα πολλές για ένα έργο. Και κάθε σκηνή είναι σε διαφορετικό χώρο, σχεδόν. Έχει πάρα πολλούς χώρους. Αυτό σημαίνει, δηλαδή, ότι είναι ένα έργο που ο θίασος μπορεί να το διαχειριστεί και να το στήσει κατά βούληση, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Αυτό θα πει «devised», ότι είναι κατασκευασμένο, δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη, αν θέλετε, σκηνοθετική γραμμή που ντε και καλά κάποιος μπορεί να ακολουθήσει. Είναι πιο ελεύθερο στην ανάγνωση και πιο ελεύθερο στο στήσιμο. Κατασκευάζεται, δηλαδή, από τον θίασο.

Γιώργος Συμεωνίδης

– Εσείς πώς το έχετε αναγνώσει;

Εμείς ακολουθήσαμε τις οδηγίες του σκηνοθέτη μας, Παντελή Δεντάκη. Ακολούθησε, νομίζω, μια αρκετά καθαρή οδό. Ακολούθησε την αφήγηση του έργου, που είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα και καθαρή, όπως και το περιεχόμενό του είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον.

– Θα λέγατε ότι είναι περισσότερο ένα ψυχολογικό δράμα, ένα πολιτικό δράμα, ένα κοινωνικό δράμα, γιατί ένα δράμα φυλακής, είναι σίγουρα.

Σε καθετί που με ρωτήσατε -πολύ σωστά- υπήρχε από κάτω ο παρονομαστής «δράμα». Πράγματι, λοιπόν, πρόκειται για ένα δράμα που έχει όλα αυτά τα στοιχεία. Υπάρχει το προσωπικό δράμα και υπάρχει και το κοινωνικό δράμα. Ούτως ή άλλως αυτά τα δύο δράματα αφορούν καθέναν από εμάς. Καθένας από εμάς κουβαλάει το προσωπικό του δράμα αλλά και το κοινωνικό του δράμα. Αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό και τις διαπροσωπικές του σχέσεις, αλλά, ταυτόχρονα και την ίδια τη νόρμα της κοινωνίας, τους κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία βρίσκεται. Εδώ στο έργο έχουμε και την ιδιαιτερότητα ότι οι μισοί χαρακτήρες είναι και φυλακισμένοι. Κατά συνέπεια, έχουμε ένα επιπλέον δράμα, εκείνο του εγκλεισμού, της απομόνωσης, της δυσκολίας στην επικοινωνία κ.λπ.

– Η φυλακή δεν είναι και αυτή, κατά κάποιον τρόπο, μία μικρή κοινωνία; Μια μικρογραφία της κοινωνίας μας;

Βεβαίως, είναι μία μικρογραφία της κοινωνίας, με πολύ πιο σκληρούς κανόνες, παρ’ όλα αυτά. Οι κανόνες της είναι ιδιαίτεροι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Όπως και οι ίδιοι φυλακισμένοι. Είναι ένας άλλος κόσμος. Θέλω να πω, δηλαδή, είναι μεγάλη η γκάμα των περιπτώσεων που αναγκάζουν τους ανθρώπους να φυλακιστούν, που στέλνουν τους ανθρώπους στη φυλακή.

– Οι οποίοι ζουν έναν πραγματικό εγκλεισμό. Όμως κι εμείς μεταφορικά δεν ζούμε κατά κάποιον τρόπο έναν «εγκλεισμό»;

Έχετε δίκιο. Και είναι κι ένας από τους συνειρμούς και τα υπονοούμενα του έργου. Τελικά, ποιος είναι «Intra Muros», ποιος είναι δηλαδή εντός των τειχών; Οι φυλακισμένοι, που είναι το αυτονόητο ή εμείς με τον δικό μας τρόπο, είμαστε ο καθένας στη φυλακή του με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Γιώργος Συμεωνίδης

– Και αυτός είναι κι ένας λόγος που εμείς οι θεατές μπορούμε να συνδεθούμε με την παράσταση, πέρα από το να μας συγκινήσει ξεχωριστά η προσωπική ιστορία του κάθε ήρωα.

Ναι. Ακούγεται τετριμμένο, γιατί οι περισσότεροι ηθοποιοί που μιλάμε για τα έργα μας λέμε ότι πράγματι αφορά τον σύγχρονο θεατή και ακούγεται πια τετριμμένο. Ε, λοιπόν, εδώ θα το τονίσω. Είναι τόσο σύγχρονο αυτό το έργο και παρουσιάζεται με τόσο ενδιαφέροντα τρόπο, που πραγματικά οι θεατές το παρακολουθούν με τεράστιο ενδιαφέρον και, ναι, τους αφορά όλους. Γιατί το έργο διαπραγματεύεται τον έρωτα, το δίκαιο, το άδικο, πράγματα που αφορούν την κοινωνική σύγκρουση, πράγματα που αφορούν όλους μας καθημερινά.

– Εσείς στην παράσταση υποδύεστε τον Ανζ. Τι χαρακτήρας είναι;

Ο Ανζ είναι ένας άνθρωπος ιδεολόγος, ο οποίος στα νιάτα του εντάχθηκε σε μία οργάνωση πολιτική, χωρίς να είναι ακραίος, υπήρξε ιδεολόγος, ανθρωπιστής, ρομαντικός, παρ’ όλα αυτά ο ακραίος τρόπος που αυτά προσπάθησε να τα διεκδικήσει τον έκανε να υποπέσει σε λάθη. Πράγμα για το οποίο πληρώνει, βρίσκεται στη φυλακή. Ο έρωτάς του για μια κοπέλα τον έκανε να προδώσει επιπλέον και τον εαυτό του και την ιδεολογία του, για να βγει γρηγορότερα, για να βρει αυτή την κοπέλα. Αυτή η έξοδός του δυστυχώς τον έφερε σε άλλα μοιραία λάθη και ξαναμπαίνει φυλακή για δεύτερη φορά. Με λίγα λόγια, είναι ένας άνθρωπος που, ενώ είχε ευγενικούς σκοπούς, υπέπεσε σε λάθη, τα οποία μετάνιωσε και πληρώνει. Θα το τονίσω αυτό το «πληρώνει», διότι υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας, και νομίζω είναι εύκολα κατανοητό αυτό που λέω, που δυστυχώς βρίσκονται εκτός φυλακής, δεν πληρώνουν, ενώ έχουν κάνει βαρύτατα εγκλήματα και ως προς τον ίδιο τους τον εαυτό και ως προς το κοινωνικό τους περιβάλλον και την οικογένειά τους και το κοινωνικό σύνολο, κάθε είδους εγκλήματα. Και ψυχολογικά εγκλήματα και εγκλήματα ζωής, γυναικοκτονίες, παιδοκτονίες, αλλά και οικονομικά εγκλήματα. Και πολλοί από αυτούς βρίσκονται εκτός φυλακής, δεν πληρώνουν για τα εγκλήματά τους. Εδώ αυτοί οι άνθρωποι πληρώνουν. Και όχι μόνο πληρώνουν, αλλά είναι και συνειδητοποιημένοι και μετανιωμένοι. Και με αυτή την έννοια, είναι άνθρωποι που έχουν ζήσει διπλά και τριπλά τη ζωή. Άρα πάλι συνειρμικά το έργο μάς φέρνει προ των ευθυνών μας, ακόμα και για αυτούς τους ανθρώπους που με δυσκολία μετά εντάσσονται στο κοινωνικό σύνολο. Να τολμήσω να πω εδώ κάτι αρκετά ρομαντικό; Κάθε πράξη ανθρώπινη, είτε καλή, είτε κακή, μας αφορά όλους.

– Δηλαδή;

Όπως νιώθουμε περήφανοι σαν άνθρωποι που πατήσαμε στη Σελήνη, που προοδεύει η τεχνολογία και όλοι χαιρόμαστε, λες κι εμείς ίδιοι τα ανακαλύψαμε. Κανένας από εμάς δεν πάτησε στο φεγγάρι ή κανένας από εμάς δεν ξέρει καλά καλά πώς δουλεύει το κινητό που μεταχειρίζεται κάθε μέρα. Αλλά παρ’ όλα αυτά, χαιρόμαστε γι’ αυτή την πρόοδο της ανθρωπότητας, για τις καλές πράξεις. Χαιρόμαστε για έναν αθλητή μας που τα πάει καλά. Χαιρόμαστε για έναν μαθητή μας που αριστεύει σ’ ένα πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Με τον ίδιο τρόπο, όμως, πρέπει να αναλογιζόμαστε, όταν συμβαίνει και ένα φονικό. Αυτό πόσο μας αφορά; Δηλαδή, ένας άνθρωπος όταν κάνει μια πράξη καλή μάς αφορά, αλλά η κακή δεν μας αφορά; Ε, λοιπόν, μας αφορά με την έννοια ότι έχουμε την ίδια δύναμη μέσα μας. Έχουμε και το καλό και το κακό μέσα μας. Άρα θα πρέπει να είμαστε πάντα διπλά σκεφτικοί στο πώς λειτουργούν οι άνθρωποι γύρω μας. Στο γιατί λειτουργούν με τον τρόπο που λειτουργούν. Τι τους οδηγεί να κάνουν αυτό που κάνουν. Τι περιθώριο υπάρχει στο να μην το κάνουν.

Γιώργος Συμεωνίδης

– Αυτό είναι κάτι που εσείς το είχατε πάντα ως φιλοσοφία ζωής; Ή μέσα από τον ρόλο σας στην παράσταση, ανακαλύψατε και άλλα πράγματα, οπότε εμβαθύνατε λίγο περισσότερο σε όλα αυτά;

Σας ευχαριστώ για την ερώτηση. Νομίζω ότι υπάρχει πάντα μέσα στο σκεπτικό μου ως καλλιτέχνη και ως ανθρώπου. Με απασχολεί η ανθρώπινη ψυχή. Και το ερευνώ και ως καλλιτέχνης μέσα από το θέατρο σε όλη μου τη ζωή και σαν στάση ανθρώπου. Ναι, πράγματι αυτό το έργο τα επιβεβαιώνει όλα αυτά. Μου δίνει μια αφορμή, πράγματι, να τα ξαναφρεσκάρω στο μυαλό μου. Να πω ότι πράγματι είναι σύγχρονα και δεν υπάρχουν αυτά που αναφέρω, άλλωστε υπάρχουν από το αρχαίο θέατρο μέχρι τον Σαίξπηρ, όλα αυτά τα οντολογικά ζητήματα.

– Οπότε, ιδανικά, τι θα θέλατε να πάρουμε εμείς οι θεατές από την παράσταση φεύγοντας; Αυτό, αλήθεια, είναι κάτι που το σκέφτεστε κάθε φορά που ανεβάζετε κάποιο έργο;

Ναι, βέβαια, το σκέφτομαι αδιάκοπα. Αυτό που κάνω και εγώ και όλος ο θίασος, στον οποίο βρίσκομαι, σαφώς έχουμε πάντα την πλήρη επίγνωση ότι απευθύνεται στο κοινό και πρέπει οπωσδήποτε να εισπράξει ένα πεδίο σκέψης, αν θέλετε. Να του προσφέρουμε ένα υλικό σκέψης. Μπορεί να είναι ευχάριστο, μπορεί να είναι δυσάρεστο, μπορεί να είναι φιλοσοφικό, μπορεί να είναι ποιητικό, μπορεί να είναι οποιασδήποτε μορφής. Πάντως, σίγουρα στόχος του θιάσου και του ρόλου μου και της δικής μου ερμηνείας και ύπαρξης είναι αυτή: να πω κάτι στο κοινό, να το κάνω να σκεφτεί διπλά και τριπλά.

– Πιάνομαι από αυτό που είπατε: αλήθεια, για έναν ηθοποιό είναι «αποτυχία» το να μην κόψει πολλά εισιτήρια ή το να μην πάρει ο θεατής το μήνυμα που πρέπει φεύγοντας από το θέατρο; Να φύγει, δηλαδή, χωρίς να έχει εισπράξει αυτό που θέλει ο ηθοποιός να του μεταδώσει.

Νομίζω ότι η μεγάλη αποτυχία θα ήταν το δεύτερο που είπατε: να μην εισπράξει ο θεατής αυτό που προσπάθησες να του πεις. Γιατί η οικονομική επιτυχία ή αποτυχία μπορεί να οφείλεται και σε άλλους λόγους. Είτε, λοιπόν, απευθύνεσαι σε έναν θεατή, είτε σε 15.000 θεατές νομίζω ότι ο στόχος είναι να εισπράξουν με καθαρότητα και με πλούτο, όσο μεγαλύτερο γίνεται, αυτό που εσύ πας να τους πεις μέσα από το έργο σου. Το οικονομικό κομμάτι δεν με ενδιαφέρει καθόλου και δεν το σκέφτομαι καν.

– Ειδικά όταν μία παράσταση όπως αυτή, που έχει πολλά μηνύματα να δώσει.

Ναι. Εγώ προσωπικά θα τολμήσω να πω πως ουδέποτε σκέφτηκα το οικονομικό, με κανέναν τρόπο και ποτέ. Μα ποτέ. Και θα τολμήσω, επίσης, να πω ότι γι’ αυτό είμαι αυτός που είμαι. Δεν έχω καν social media. Δεν το επιδιώκω, μου το φέρνει η ίδια η δουλειά.

Γιώργος Συμεωνίδης

– Είναι και θέμα επιλογών; Γιατί νομίζω ότι μετά από τόσα χρόνια που είστε στο θέατρο, είστε και σε θέση να ξέρετε ακριβώς αυτό που επιλέγετε, έτσι δεν είναι; Έχετε το ένστικτο.

Έχετε δίκιο. Είναι το ένστικτο, αλλά και η εμπειρία. Είμαι 45 χρόνια πια στο θέατρο, αδιάκοπα, αδιάλειπτα.

– Πάντως τα τελευταία χρόνια, νομίζω ότι το θέατρο βρίσκεται σε μία καλή φάση. Είναι ένα πολύ καλό φεγγάρι, πέρα από ότι υπάρχουν πάρα πολλές παραστάσεις, και ειδικά μετά τον COVID, νομίζω, και αυτό είναι κάτι που συζητάμε όλοι, ότι πηγαίνει περισσότερος κόσμος στο θέατρο πλέον.

Ναι. Έχετε δίκιο.

– Αυτό πώς το εξηγείτε;

Μπορώ να το εξηγήσω εν μέρει. Νομίζω ότι αυτός ο αποκλεισμός μάς έκανε ασυνείδητα και συνειδητά να αντιληφθούμε, να επαναφέρουμε στο μυαλό μας την ανάγκη τού να συνευρισκόμαστε, να πηγαίνουμε στο θέατρο, να πηγαίνουμε στην ταβέρνα. Ξέρετε, αυτό είναι κάτι που πιστεύω ότι δεν θα το χάσουμε ποτέ. Και αυτή είναι η δύναμη του θεάτρου και γενικότερα των ζωντανών συνευρέσεων, είτε πρόκειται για τέχνη, είτε για διασκέδαση. Δεν πρόκειται ποτέ να χαθεί αυτό από τον άνθρωπο. Όσο και αν η τεχνολογία προχωρήσει, όσο και αν η απόλαυση γίνεται ιδιωτική και τα μέσα μας βοηθούν για αυτά τα πράγματα, ακόμα και το AI, δεν πρόκειται ποτέ η ανθρωπότητα να χάσει την ανάγκη της ανθρώπινης επαφής. Αυτό δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ.

– Και στο θέατρο η επαφή αυτή είναι και άμεση.

Ω, βεβαίως. Και με το σινεμά, απλώς στο θέατρο είναι γενικά πιο εύκολο να το καταλάβουμε. Γιατί πράγματι είναι «ζωντανός» ο ηθοποιός μπροστά μας, είμαστε κι εμείς με τη φυσική μας παρουσία εκεί, όχι στον καναπέ μας, και μάλιστα είμαστε εν συνόλω και αυτό το κάνει ανεπανάληπτο ως γεγονός.

– Και νομίζω ότι είναι τιμητικό για έναν ηθοποιό να ξέρει ότι -έστω κι έναν άνθρωπο- τον σηκώνει από τον καναπέ του και τον βάζει σε μια διαδικασία να ετοιμαστεί, να βγει έξω από το σπίτι, να έρθει στο θέατρο να πληρώσει ένα εισιτήριο για να δει την παράσταση.

Δεν το συζητώ. Και μάλιστα θα πω και το εξής: το θέατρο αποκτάει ακόμα πιο μεγάλη αξία όταν στο κοινό βρίσκονται και θεατές που δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι τους είναι εύκολο να βρεθούν εκεί, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Εκεί η στιγμή είναι έως και συνταρακτική, όταν βγαίνω μετά από μία παράσταση και συνειδητοποιώ ότι με περιμένει ένας άνθρωπος που έδωσε έναν αγώνα για να βρεθεί εκεί απόψε. Αυτό ξεπερνάει την καθημερινή αίσθηση ευθύνης που έχω απέναντι στους ανθρώπους που με παρακολουθούν. Και μάλιστα πληρώσανε.

– Οπότε, φαντάζομαι, αν γυρίζαμε τον χρόνο πίσω και πηγαίναμε 45 χρόνια πριν, τότε που ξεκινούσατε, πάλι την ίδια επιλογή θα κάνατε;

Πάρα πολύ δύσκολη ερώτηση. Γιατί ξεκίνησα θέατρο 16 χρονών, πολύ μικρό παιδάκι. Με «ρούφηξε» από πολύ μικρό. Από 19 χρονών, πριν καλά καλά τελειώσω τη δραματική σχολή, δούλευα ήδη με τον Θόδωρο τον Τερζόπουλο. Ομολογώ ότι δεν είχα την πλήρη επίγνωση ότι το θέατρο με γράπωσε και από εκείνη τη στιγμή της ζωής μου, μέχρι αυτή τη στιγμή που σας μιλώ, δεν θα κατέβω από τη σκηνή. Δεν είχα την πλήρη επίγνωση της επιλογής μου. Δεν ήξερα στην πορεία τι θα έβρισκα μπροστά μου, αν θα τα κατάφερνα.

– Νομίζω αυτό κάνει και πιο γοητευτικό το ταξίδι σας.

Ακριβώς. Με «γράπωσε» και δεν μ’ άφησε. Κι εγώ βούτηξα και βουτάω ακόμα, σαν μωρό παιδί, όσο πιο βαθιά μπορώ. Γι’ αυτό, στην αρχή, φάνηκα σκεπτικός στην απάντηση. Ωστόσο, αν άρχιζα τώρα, θα άφηνα και ένα περιθώριο για την προσωπική μου ζωή. Αφιερώθηκα τόσο πολύ που, δυστυχώς, δεν κατάφερα να αφήσω χρόνο για οικογένεια, για διακοπές. Αυτό λιγάκι θα το πείραζα, αν άρχιζα ξανά.

– Πότε δεν είναι αργά, όμως.

Εντάξει, δεν είναι αργά, πράγματι. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά πράγματα πάνω σε αυτό. Να φιλοσοφήσουμε. Είχα διαβάσει πριν από καιρό ένα βιβλίο με τον τίτλο ήταν «Πλάτωνας, όχι Πρόζακ» που έλεγε ότι η φιλοσοφία και η τέχνη μάς προσφέρουν τεράστια διέξοδο. Δεν είναι πολυτέλεια η τέχνη. Είναι ανάγκη ανθρώπινη, πολύ βαθιά, ένα κοινωνικό αγαθό.

– Βέβαια από την άλλη, μας έχει απορροφήσει τόσο πολύ η καθημερινότητα, που τείνει να καταντήσει πολυτέλεια ο χρόνος που αφιερώνουμε στον εαυτό μας, να καθίσουμε να φιλοσοφήσουμε πράγματα για τη ζωή μας.

Έχετε δίκιο. Πράγματι, για να βρούμε πέντε στιγμές με τον εαυτό μας και στωικά, ήρεμα να φιλοσοφήσουμε, να διαλογιστούμε, να σκεφτούμε λίγο πιο βαθιά, αυτό χρειάζεται λίγο χρόνο και ηρεμία, που δυστυχώς με δυσκολία βρίσκουμε σήμερα. Αναλογιζόμαστε, ξέρετε, για τον εκτραχηλισμό που ζούμε καθημερινά και το κάνουμε τόσο αστόχαστα… Όλη μας η κοινωνία εκθειάζει τη βία, την προωθεί με κάθε τρόπο, τη διδάσκει με κάθε τρόπο, μας εξοικειώνει με κάθε τρόπο και μετά αναλογιζόμαστε από πού προέρχεται αυτή η βία των ανήλικων παιδιών. Μα δηλαδή, πραγματικά, είναι αναπόφευκτη η βία των παιδιών.

Η υπόθεση

Η Αλίς, νεαρή κοινωνική λειτουργός που εργάζεται σε φυλακή, προσκαλεί τον Ρισάρ, πρώην καταξιωμένο σκηνοθέτη, για να οργανώσει ένα θεατρικό εργαστήριο με στους κρατούμενους. Βοηθός του η Ζαν, ηθοποιός, συνεργάτιδα και πρώην σύζυγός του. Εμφανίζονται μόλις δύο κρατούμενοι: ο νεαρός Κεβίν, με βαρύ ποινικό παρελθόν, και ο βαρυποινίτης Ανζ , που έρχεται – χωρίς καμία διάθεση – μόνο για χάρη του φίλου του Κεβίν.

Ενώ αρχικά η συνθήκη είναι άβολη για όλους, σταδιακά παίρνουν μέρος σε ένα παιχνίδι ρόλων και παρασύρουν τον θεατή σε ένα ταξίδι με αναπάντεχες κρυμμένες αλήθειες και ιστορίες ζωής, που συνδέονται μεταξύ τους απρόσμενα, εμπλέκοντας πρόσωπα, το τώρα με το παρελθόν, το εδώ με το αλλού. Φαινομενικά είναι ένα απλό θεατρικό εργαστήριο…

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Παίζουν: Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Νικόλας Δροσόπουλος, Μαργαρίτα Κλάγκου, Αμαλία Νίνου, Γιώργος Συμεωνίδης

Παραστάσεις: Κάθε Τετάρτη στις 21:15, Πέμπτη στις 21:00, Σάββατο στις 21:15 και Κυριακή στις 18:15
Διάρκεια: 110 λεπτά
Προπώληση: more.com
Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κεντρική Σκηνή: Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Νέος Κόσμος