Η Ιαπωνία προχωρά σε μια ιστορική αλλαγή πολιτικής, επιτρέποντας για πρώτη φορά στις εταιρείες της να εξάγουν φονικά όπλα, σηματοδοτώντας μια σημαντική απομάκρυνση από την παραδοσιακή ειρηνιστική της στάση και ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάδειξή της σε ισχυρή δύναμη στην παγκόσμια αγορά αμυντικού εξοπλισμού.
Η απόφαση αυτή έρχεται ως απάντηση σε αυτό που η Ιαπωνία χαρακτηρίζει ως το «πιο σοβαρό» περιβάλλον ασφαλείας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και δημιουργεί νέες προοπτικές για εταιρείες όπως η Mitsubishi Heavy Industries και η Kawasaki Heavy Industries, οι οποίες πλέον μπορούν να εξελιχθούν σε βασικούς προμηθευτές πυραύλων, αεροσκαφών και πολεμικών πλοίων προς χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και κράτη της νοτιοανατολικής Ασίας.
Η αλλαγή πολιτικής εγκρίθηκε την Τρίτη από την κυβέρνηση της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι και επιτρέπει στις ιαπωνικές εταιρείες να εξάγουν σχεδόν οποιονδήποτε στρατιωτικό εξοπλισμό, υπό την προϋπόθεση ότι οι αγοραστές πληρούν αυστηρά κριτήρια ελέγχου και δεν εμπλέκονται σε ενεργή σύγκρουση. Μέχρι σήμερα, βάσει του προηγούμενου καθεστώτος που θεσπίστηκε το 2014, οι εξαγωγές περιορίζονταν σε πέντε κατηγορίες μη φονικού στρατιωτικού εξοπλισμού, όπως εκείνος που χρησιμοποιείται σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης ή εκκαθάρισης ναρκών.
Ο Χιροχίτο Όγκι, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Άμυνας, δήλωσε ότι η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη, σημειώνοντας πως «οι θεσμοί περιορίζουν τις ευκαιρίες» και ότι η Ιαπωνία θα έπρεπε να είχε προχωρήσει σε αυτή την αναθεώρηση δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία ή όταν έγιναν σαφείς οι στρατιωτικές φιλοδοξίες της Κίνας. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «το να γίνει κάτι αργότερα είναι καλύτερο από το να μην γίνει τίποτα».
Η Σανάε Τακαΐτσι έχει επιδιώξει την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας, συνεχίζοντας μια πορεία που ξεκίνησε ο μέντοράς της και πρώην πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε, ως απάντηση στις απειλές από μια πιο δυναμική Κίνα και τη πυρηνικά εξοπλισμένη Βόρεια Κορέα. Ο Σίνζο Άμπε θεωρούσε ότι οι περιορισμοί στις εξαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού αποτελούσαν μακροπρόθεσμο κίνδυνο για τη βιωσιμότητα των εγχώριων αμυντικών βιομηχανιών και είχε ξεκινήσει μεταρρυθμίσεις ώστε να διευρυνθεί η πελατειακή τους βάση πέρα από τις εγχώριες πωλήσεις προς τις Ιαπωνικές Δυνάμεις Αυτοάμυνας.
Με το νέο σύστημα, οι υπουργοί και οι αρμόδιοι αξιωματούχοι αποκτούν σημαντικές εξουσίες στη λήψη αποφάσεων για την έγκριση εξαγωγών, απλοποιώντας μια διαδικασία που μέχρι πρότινος απαιτούσε χρονοβόρες κοινοβουλευτικές συζητήσεις. Η αναθεώρηση παρέχει επίσης τη νομική βάση για πρόσφατες διεθνείς συμφωνίες εξοπλισμών της Ιαπωνίας, όπως το πολυδισεκατομμυρίων δολαρίων συμβόλαιο με την Αυστραλία για τρεις φρεγάτες κλάσης Mogami, καθώς και για την ανάπτυξη μαχητικού αεροσκάφους νέας γενιάς σε συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία.
Σύμφωνα με Ιάπωνες αξιωματούχους και διπλωμάτες στο Τόκιο, η χώρα βρίσκεται ήδη σε συνομιλίες με αρκετά κράτη για πιθανές πωλήσεις στρατιωτικού εξοπλισμού. Μάλιστα, αναμένεται ότι η επικείμενη επίσκεψη του υπουργού Άμυνας Σίντζιρο Κοϊζούμι στην Ινδονησία και τις Φιλιππίνες θα περιλαμβάνει σχετικές συζητήσεις. Παράλληλα, στρατιωτικοί αναλυτές επισημαίνουν την αυξανόμενη παρουσία της Ιαπωνίας σε διεθνείς εκθέσεις αμυντικού εξοπλισμού.
Το υπουργείο Άμυνας της Ιαπωνίας ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι «είναι αναγκαία η προώθηση ουσιαστικών μεταφορών αμυντικού εξοπλισμού, με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας με συμμάχους και χώρες με κοινές αντιλήψεις στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού».
Η μεταρρύθμιση του συστήματος εξαγωγών όπλων πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι προμήθειες όπλων των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται υπό πίεση λόγω των πολέμων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, δημιουργώντας ευκαιρίες για άλλες χώρες να καλύψουν τη ζήτηση σε πυραύλους, drones και πολεμικά πλοία, όπως αναφέρουν οι Financial Times.
Οι ιαπωνικές αμυντικές εταιρείες, οι οποίες έχουν αναπτύξει προηγμένες τεχνολογίες σε πυραυλικά συστήματα, υποβρύχια και ραντάρ, χαιρέτισαν την απόφαση, αν και διευκρινίζεται ότι οι εξαγωγές φονικών όπλων σε χώρες που βρίσκονται σε πόλεμο, όπως η Ουκρανία, θα επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον κρίνεται ότι εξυπηρετούν την εθνική ασφάλεια της Ιαπωνίας.
Η εταιρεία IHI, κατασκευάστρια συστημάτων πυραύλων και κινητήρων αεροσκαφών, δήλωσε ότι η εξέλιξη «θα έχει σημαντική επίδραση στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος αγοράς που επιταχύνει τη διεθνή συνεργασία». Ωστόσο, άλλοι όμιλοι, όπως η Mitsubishi Heavy Industries, εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το κατά πόσο η νομοθετική αλλαγή θα οδηγήσει σε σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες, εκφράζοντας ανησυχίες για την ικανότητά τους να αυξήσουν την παραγωγή ώστε να ανταποκριθούν στη διεθνή ζήτηση.
Ο Γιοσινόμπου Τσουτσούι, πρόεδρος της Keidanren, της μεγαλύτερης επιχειρηματικής ένωσης της Ιαπωνίας, υπογράμμισε ότι «η βασική προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η άμυνα της ίδιας της Ιαπωνίας», τονίζοντας την ανάγκη διατήρησης ισορροπίας μεταξύ εγχώριων αναγκών και εξαγωγών.