Ο Ντόναλντ Τραμπ οδηγήθηκε στην απόφαση για μια μεγάλη στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν έπειτα από ένα πυκνό παρασκήνιο συσκέψεων στον Λευκό Οίκο, όπου κυριάρχησαν η πίεση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, η προσωπική του διαίσθηση και η απουσία ουσιαστικής, συντονισμένης αντίστασης από το στενό του επιτελείο. Οι πληροφορίες από το παρασκήνιο αυτής της κρίσιμης περιόδου δείχνουν ότι η αμερικανική πορεία προς τον πόλεμο δεν διαμορφώθηκε μέσα από μια στέρεη στρατηγική συναίνεση, αλλά μέσα από μια αλληλουχία συναντήσεων, προειδοποιήσεων και τελικά πολιτικής υποχώρησης μπροστά στη βούληση του προέδρου.

Καθοριστική στιγμή φέρεται να ήταν η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου στην αίθουσα διαχείρισης κρίσεων του Λευκού Οίκου, όπου ο Νετανιάχου παρουσίασε προσωπικά στον Τραμπ και στους κορυφαίους συμβούλους του ένα αναλυτικό σχέδιο πολέμου. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το Ιράν ήταν ώριμο για ανατροπή καθεστώτος και ότι μια κοινή αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία θα μπορούσε να ρίξει την Ισλαμική Δημοκρατία. Μάλιστα, παρουσίασε και βίντεο με πιθανά πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναλάβουν την εξουσία σε μια μετα-θεοκρατική εποχή, ανάμεσά τους και ο Ρεζά Παχλαβί, γιος του τελευταίου σάχη του Ιράν.

Σύμφωνα με το ίδιο παρασκήνιο, η ισραηλινή πλευρά διαβεβαίωσε ότι η νίκη θα ήταν σχεδόν βέβαιη, ότι το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα θα μπορούσε να διαλυθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες, ότι τα Στενά του Ορμούζ θα έμεναν ανοιχτά και ότι οι αμερικανικοί στόχοι δεν θα αντιμετώπιζαν σοβαρά αντίποινα. Ο Τραμπ φέρεται να αντέδρασε θετικά, δίνοντας την εντύπωση στους περισσότερους παριστάμενους ότι έβλεπε ευνοϊκά το σχέδιο.

Τραμπ και Νετανιάχου

Την αμέσως επόμενη ημέρα, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών παρουσίασαν τη δική τους αποτίμηση των σεναρίων που είχαν τεθεί στο τραπέζι. Η εικόνα που μετέφεραν ήταν πολύ πιο ψυχρή. Κατά την αξιολόγησή τους, δύο από τους στόχους που είχε περιγράψει η ισραηλινή πλευρά, δηλαδή η εξουδετέρωση της κορυφής του καθεστώτος και η αποδυνάμωση της ικανότητας του Ιράν να απειλεί τους γείτονές του, θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Όμως τα πιο φιλόδοξα σενάρια, όπως μια λαϊκή εξέγερση στο εσωτερικό του Ιράν και η εγκαθίδρυση μιας νέας κοσμικής ηγεσίας, θεωρήθηκαν μη ρεαλιστικά.

Η πιο χαρακτηριστική αντίδραση αποδίδεται στον διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, ο οποίος φέρεται να χαρακτήρισε αυτά τα σενάρια «φαιδρά», με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να μεταφράζει ουσιαστικά την εκτίμηση αυτή ως κάτι που δεν στεκόταν σοβαρά. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ δεν εγκατέλειψε την ιδέα της στρατιωτικής δράσης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, αντιμετώπισε το θέμα της αλλαγής καθεστώτος ως δευτερεύον, θεωρώντας ότι αυτό θα ήταν «δικό τους πρόβλημα», ενώ το προσωπικό του ενδιαφέρον για την εξόντωση της ιρανικής ηγεσίας και την αποδόμηση του στρατιωτικού μηχανισμού της χώρας παρέμεινε αμετάβλητο.

Εκείνο που προκύπτει από το παρασκήνιο είναι ότι η αμερικανική επιλογή για πόλεμο δεν βασίστηκε σε κάποια κοινή, καλά ζυγισμένη εκτίμηση της κατάστασης. Αντίθετα, φαίνεται πως ο Τραμπ είχε ήδη διαμορφώσει μια βασική κατεύθυνση στο μυαλό του και οι περισσότερες παρεμβάσεις γύρω του λειτούργησαν περισσότερο ως σχόλια πάνω σε μια ειλημμένη προδιάθεση και λιγότερο ως πραγματικές απόπειρες ανατροπής της.

Τραμπ και Βανς

Ο μοναδικός άνθρωπος στο στενό περιβάλλον του προέδρου που, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, πρόβαλε σθεναρή και καθαρή αντίσταση ήταν ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς. Ο Βανς είχε χτίσει την πολιτική του ταυτότητα πάνω στην αντίθεση προς αυτού του είδους τις στρατιωτικές περιπέτειες και φέρεται να προειδοποίησε ότι ένας πόλεμος αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν θα οδηγούσε σε καταστροφή.

Μπροστά στον Τραμπ και στους υπόλοιπους κορυφαίους συμβούλους, ο Βανς φέρεται να μίλησε για κίνδυνο περιφερειακού χάους, για αμέτρητα θύματα, για πιθανή διάλυση της πολιτικής συμμαχίας που είχε φέρει τον πρόεδρο στην εξουσία και για αίσθηση προδοσίας μεταξύ ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει την υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξουν νέοι πόλεμοι. Επισήμανε ακόμη τον κίνδυνο εξάντλησης των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών, την πιθανότητα ανεξέλεγκτων ιρανικών αντιποίνων και το ενδεχόμενο να κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ, προκαλώντας άνοδο στις τιμές των καυσίμων.

Η προτίμησή του ήταν να μην υπάρξουν καθόλου πλήγματα. Ωστόσο, καθώς καταλάβαινε ότι ο Τραμπ έτεινε προς τη δράση, επιχείρησε να τον στρέψει σε πιο περιορισμένες επιλογές. Όταν δεν το κατάφερε, υποστήριξε ότι, αν τελικά επιλεγεί η σύγκρουση, αυτή θα έπρεπε να γίνει με συντριπτική ισχύ ώστε να τελειώσει γρήγορα. Στην τελική σύσκεψη της 26ης Φεβρουαρίου, το μήνυμά του προς τον πρόεδρο φέρεται να ήταν ωμό και αποκαλυπτικό: ότι θεωρούσε την επιλογή κακή, αλλά αν ο πρόεδρος αποφάσιζε να την προχωρήσει, εκείνος θα τη στήριζε.

Τραμπ και η απόφαση για πόλεμο

Οι υπόλοιποι σύμβουλοι του Τραμπ εμφανίζονται να είχαν σε διαφορετικό βαθμό επιφυλάξεις, αλλά όχι τη διάθεση να συγκρουστούν ανοιχτά μαζί του. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ παρουσιάζεται ως ο πιο ενθουσιώδης υπέρμαχος της σύγκρουσης, θεωρώντας ότι οι ΗΠΑ αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να «τακτοποιήσουν» το ζήτημα του Ιράν. Ο Ρούμπιο εμφανίζεται πιο αμφίθυμος, προτιμώντας τη συνέχιση της μέγιστης πίεσης αντί ενός πολέμου πλήρους κλίμακας, χωρίς όμως να επιχειρεί να μεταπείσει τον πρόεδρο. Η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Σούζι Γουάιλς, ανησυχούσε για το ενδεχόμενο η Αμερική να παρασυρθεί σε μια νέα μεσανατολική σύγκρουση λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, αλλά δεν θεωρούσε δική της δουλειά να εκφράσει δημόσια αυτές τις ενστάσεις μπροστά σε όλους.

Ακόμη και ο αρχηγός των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Νταν Κέιν, που φέρεται να προειδοποιούσε σταθερά για κινδύνους όπως η εξάντληση όπλων, το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ και η αδυναμία πρόβλεψης της ιρανικής απάντησης, απέφευγε να πάρει ανοιχτά θέση. Σύμφωνα με την περιγραφή, ήταν τόσο προσεκτικός να μην εμφανιστεί ότι λέει στον πρόεδρο τι να κάνει, ώστε τελικά έδινε την εικόνα ανθρώπου που παρουσίαζε όλα τα σενάρια χωρίς να σπρώχνει προς καμία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, έδειχνε συχνά να ακούει κυρίως όσα ταίριαζαν στη δική του προδιάθεση, σύμφωνα με τους New York Times.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι ο πρόεδρος πίστευε βαθιά πως η σύγκρουση θα ήταν γρήγορη και αποφασιστική. Η πεποίθησή του αυτή ενισχυόταν, σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, τόσο από την περιορισμένη αντίδραση που είχε προκαλέσει προηγούμενος βομβαρδισμός ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων όσο και από την επιτυχία της επιχείρησης στη Βενεζουέλα, όταν ο Νικολάς Μαδούρο συνελήφθη χωρίς αμερικανικές απώλειες. Όταν συνεργάτες του έθεταν το ενδεχόμενο να κλείσει το Ιράν τα Στενά του Ορμούζ, ο Τραμπ το απέρριπτε θεωρώντας ότι το καθεστώς θα υποχωρούσε πριν φτάσει εκεί. Όταν του επεσήμαιναν ότι η εκστρατεία θα μείωνε αισθητά τα αμερικανικά αποθέματα οπλισμού, φαινόταν να αντισταθμίζει την προειδοποίηση με την πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν σχεδόν ανεξάντλητη ποσότητα φθηνών, κατευθυνόμενων με ακρίβεια βομβών.

Στο τέλος, αυτό που διαμορφώνεται είναι η εικόνα μιας απόφασης βαθιά προσωπικής. Ο Τραμπ δεν φαίνεται να οδηγήθηκε στον πόλεμο ούτε από αδιάσειστες πληροφορίες ούτε από ομοφωνία των συμβούλων του. Οδηγήθηκε κυρίως από το ένστικτό του και από ένα περιβάλλον που, σε αντίθεση με την πρώτη του θητεία, δεν λειτούργησε ως φρένο. Αν στην πρώτη περίοδο της προεδρίας του υπήρχαν άνθρωποι που τον έβλεπαν ως κίνδυνο που έπρεπε να περιοριστεί, στη δεύτερη θητεία του περιβάλλεται από πρόσωπα που αντιμετωπίζουν τις επιλογές του σχεδόν ως έκφραση ιστορικού πεπρωμένου. Και έτσι, ανάμεσα στη διαίσθηση του προέδρου και την τελική πράξη, σχεδόν τίποτα δεν στάθηκε ικανό να μπει εμπόδιο.