Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Παρά τη μείωση της ανεργίας και τη βελτίωση βασικών δεικτών της αγοράς εργασίας, η καθημερινότητα για χιλιάδες εργαζόμενους στην Ελλάδα παραμένει ασφυκτική. Τα στοιχεία της νέας έρευνας του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ αποτυπώνουν μια σκληρή πραγματικότητα, όπου σημαντικό ποσοστό μισθωτών αδυνατεί να καλύψει ακόμη και βασικές ανάγκες διαβίωσης, με τη χώρα να καταγράφει από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εικόνα που αναδεικνύεται από τα δεδομένα της έρευνας δείχνει ότι η αύξηση του κόστους ζωής και η διαρκής υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης εξανεμίζουν τα εισοδήματα των εργαζομένων.

Ειδικότερα, το 8,8% των μισθωτών στην Ελλάδα βρίσκεται σε καθεστώς σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης, ποσοστό που φέρνει τη χώρα στη δεύτερη χειρότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Χειρότερη επίδοση καταγράφει μόνο η Βουλγαρία με 9,5%.

Την ίδια ώρα, άλλες οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Κύπρος, εμφανίζουν σαφώς καλύτερη εικόνα, ενώ ακόμη και χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ρουμανία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία, κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα κοινωνικής στέρησης.

Τα στοιχεία της έρευνας αποτυπώνουν με σαφήνεια τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά να ανταποκριθούν σε καθημερινές ανάγκες. Σχεδόν τρεις στους δέκα μισθωτούς δηλώνουν ότι δεν μπορούν να διαθέσουν ούτε ένα μικρό χρηματικό ποσό κάθε εβδομάδα για προσωπικές ανάγκες ή στοιχειώδη έξοδα ψυχαγωγίας. Το σχετικό ποσοστό αυξήθηκε το 2024 στο 29,3%, έναντι 27,9% το προηγούμενο έτος, παραμένοντας το υψηλότερο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι ενδεικτική της πίεσης που δέχονται οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα. Η διαφορά αγγίζει τις 21 ποσοστιαίες μονάδες, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι η μισθολογική ενίσχυση των τελευταίων ετών δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τις αυξήσεις σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και βασικές υπηρεσίες.

Ακόμη πιο επιβαρυμένη είναι η εικόνα για άλλες κοινωνικές ομάδες. Μεταξύ των εργαζομένων που δεν ανήκουν στην κατηγορία των μισθωτών, το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι αδυνατούν να διαθέσουν ένα μικρό ποσό για τον εαυτό τους ανέρχεται στο 31,4%, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ περιορίζεται στο 7,5%.

Για τους ανέργους η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη δυσκολότερη, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό εκτοξεύεται στο 61,7%, σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Υψηλά επίπεδα οικονομικής πίεσης καταγράφονται και στους μη οικονομικά ενεργούς πολίτες, πλην συνταξιούχων, όπου το ποσοστό φθάνει το 41,3%, έναντι 16% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αντίστοιχα πιεσμένη παραμένει και η κατάσταση για τους συνταξιούχους. Περίπου τρεις στους δέκα δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και στοιχειώδεις προσωπικές ανάγκες, με το ποσοστό να διαμορφώνεται στο 30,4%, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη περιορίζεται στο 9%.

Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τη σημαντική επιδείνωση της ποιότητας ζωής σε επίπεδο καθημερινότητας και κοινωνικής συμμετοχής. Το 23,5% των μισθωτών δηλώνει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής, εξέλιξη που κατατάσσει και πάλι την Ελλάδα στην τελευταία θέση της ΕΕ. Μάλιστα, η διαφορά από τη δεύτερη χειρότερη επίδοση, που καταγράφεται στη Ρουμανία, φθάνει τις 6,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι περισσότεροι δείκτες επιδεινώθηκαν το 2024 σε σχέση με το 2023. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές κατηγορίες τα ποσοστά σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης αυξήθηκαν, ενώ παραμένουν σχεδόν διπλάσια από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα ευρήματα της έρευνας επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για το πραγματικό επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων στην Ελλάδα, αλλά και για το κατά πόσο η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών μεταφράζεται τελικά σε ουσιαστική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και της ποιότητας ζωής των πολιτών.