Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν τη μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, διάφορες εξόριστες ιρανικές πολιτικές ομάδες επιχειρούν να εξασφαλίσουν την υποστήριξη της Ουάσιγκτον για να αναλάβουν την εξουσία σε ένα ενδεχόμενο νέο καθεστώς. Η κατάσταση θυμίζει έντονα τα γεγονότα του 2002, όταν αντίπαλες ομάδες Ιρακινών εξόριστων προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την εύνοια της αμερικανικής κυβέρνησης πριν από την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν.

Τον Νοέμβριο του 2002, καθώς μια αμερικανική ναυτική δύναμη κατευθυνόταν προς τον Περσικό Κόλπο, Ιρακινοί εξόριστοι ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιος θα αναλάμβανε την εξουσία μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπους. Το πρακτορείο Bloomberg είχε χαρακτηρίσει τότε τις ομάδες αυτές ως «απείθαρχη αντιπολίτευση του Ιράκ».

Ο πιο διαβόητος Ιρακινός εξόριστος της εποχής, ο αποτυχημένος πρώην τραπεζίτης, Αχμάντ Τσαλαμπί, διαβεβαίωνε τους νεοσυντηρητικούς συμμάχους του ότι η επιστροφή του στη Βαγδάτη θα συνοδευόταν από πανηγυρικές εκδηλώσεις υποδοχής. Ανάμεσα στους αντιπάλους του ήταν και ο πρώην γιατρός, Αγιάτ Αλάουι, ο οποίος υποστηριζόταν από τη βρετανική MI6 και την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA) στην προσπάθειά του να αναλάβει την ηγεσία του Ιράκ.

Σήμερα, αντί για Ιρακινούς εξόριστους, είναι Ιρανοί πολιτικοί εξόριστοι που επιχειρούν να προσελκύσουν την προσοχή Αμερικανών αξιωματούχων και να εξασφαλίσουν την έγκριση του Λευκού Οίκου για την ηγεσία μιας μελλοντικής κυβέρνησης του Ιράν, μετά τη μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση που διέταξε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Η σύγκρουση μεταξύ Μαριάμ Ρατζαβί και Ρεζά Παχλαβί

Μια μερίδα προσωπικοτήτων του κινήματος Maga στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει εκφράσει την υποστήριξή της στη Μαριάμ Ρατζαβί, την ηγέτιδα της οργάνωσης Μουτζαχεντίν-ε Χαλκ (MEK), η οποία εδρεύει στο Παρίσι. Η οργάνωση, που ορισμένοι χαρακτηρίζουν ως «οργάνωση με χαρακτηριστικά αίρεσης», είχε στο παρελθόν συνεργαστεί με τον Σαντάμ Χουσεΐν. Παρότι αναφέρεται ότι είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στο Ιράν, έχει δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς στην Ουάσιγκτον, χρησιμοποιώντας συχνά ως πολιτικό της βραχίονα το Εθνικό Συμβούλιο Αντίστασης του Ιράν για την άσκηση πολιτικής πίεσης.

Μεταξύ των πιο ένθερμων υποστηρικτών της Ρατζαβί βρίσκονται ο πρώην προσωπικός δικηγόρος του Ντόναλντ Τραμπ, Ρούντι Τζουλιάνι, και ο πρώην διευθυντής της CIA, Μάικ Πομπέο. Λίγο μετά την έναρξη των αμερικανικών επιθέσεων, ο Τζουλιάνι υποστήριξε ότι η MEK είναι έτοιμη να αντικαταστήσει το ιρανικό καθεστώς, δηλώνοντας ότι «διαθέτει ήδη μια σκιώδη κυβέρνηση έτοιμη να αναλάβει».

Η Μαριάμ Ρατζαβί

Η Μαριάμ Ρατζαβί επιχείρησε να κατοχυρώσει άμεσα τον ρόλο της, ανακοινώνοντας τη δημιουργία μιας «προσωρινής κυβέρνησης» την ίδια ημέρα που ξεκίνησαν οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί.

Επτά ημέρες αργότερα, εμφανίστηκε ένας ακόμα διεκδικητής της εξουσίας: ο Ρεζά Παχλαβί, γιος του τελευταίου σάχη του Ιράν. Σε βίντεο που ανάρτησε στα κοινωνικά δίκτυα δήλωσε ότι οι Ιρανοί πολίτες τού ζήτησαν να ηγηθεί της μεταβατικής περιόδου μετά την πτώση του καθεστώτος. «Ο ιρανικός λαός με κάλεσε να ηγηθώ της μετάβασης μετά την αποχώρηση του καθεστώτος. Αποδέχτηκα αυτή την ευθύνη», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Οι υποστηρικτές του Παχλαβί, τον οποίο αποκαλούν «πρίγκιπα του στέμματος», πιστεύουν ότι το ιστορικό του υπόβαθρο μπορεί να ενώσει τους Ιρανούς υπό την ηγεσία του. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή Fox & Friends την προηγούμενη εβδομάδα δήλωσε ότι είναι έτοιμος να επιστρέψει στο Ιράν μετά από χρόνια εξορίας, τονίζοντας ότι «είναι σημαντικό να βρίσκομαι δίπλα στους συμπατριώτες μου για την τελική μάχη».

Βίντεο που έχουν δημοσιευθεί από την Τεχεράνη δείχνουν διαδηλωτές να φωνάζουν συνθήματα υπέρ του ονόματός του κατά τις διαδηλώσεις του Ιανουαρίου, ενώ ορισμένοι ζητούν την επιστροφή της μοναρχίας.

Περιορισμένη πολιτική επιρροή στο Ιράν

Παρά το γεγονός ότι τόσο ο Παχλαβί όσο και η Ρατζαβί προβάλλουν την πολιτική τους εμπειρία και ισχυρίζονται ότι διαθέτουν λαϊκή στήριξη, κανένας από τους δύο δεν διαθέτει τις ισχυρές διασυνδέσεις στην Ουάσιγκτον ή στους αμερικανικούς μηχανισμούς ασφαλείας που είχαν οι Ιρακινοί εξόριστοι πριν από την εισβολή στο Ιράκ το 2003.

Παράλληλα, παρότι πρώην συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ και περιθωριακοί τηλεοπτικοί σχολιαστές συνεχίζουν να στηρίζουν δημόσια τις εκστρατείες τους, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η δημοσιότητα αυτή θα μετατραπεί σε πραγματική πολιτική ισχύ.

Πολλοί αναλυτές εκφράζουν επίσης αμφιβολίες για το κατά πόσο οι δύο αυτοί εξόριστοι ηγέτες θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί στο εσωτερικό του Ιράν, ακόμα και αν ο Τραμπ τους στήριζε. «Δεν υπάρχει πραγματικά καλή επιλογή», δήλωσε στον Guardian ο Μαρκ Φάουλερ, πρώην αναπληρωτής επικεφαλής της ομάδας της CIA για το Ιράν.

Το προφίλ του Ρεζά Παχλαβί

Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1980, ο Ρεζά Παχλαβί, σε ηλικία μόλις 20 ετών, αυτοανακηρύχθηκε διάδοχος του «Θρόνου του Παγωνιού». Το πρακτορείο United Press International (UPI) τον είχε περιγράψει τότε ως έναν «ντροπαλό νεαρό άνδρα» με «ακαταμάχητο χαμόγελο».

Οι υποστηρικτές του κρατούσαν αφίσες με το πορτρέτο του στις διαδηλώσεις και, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ορισμένοι εξακολουθούν να το κάνουν, απλώς με πιο πρόσφατες φωτογραφίες του.

Ο Ρεζά Παχλαβί

Ωστόσο, ο Παχλαβί δεν φαίνεται να ταυτίζεται εύκολα με τον μέσο Ιρανό πολίτη. Έχει αναπτύξει στενές σχέσεις με το Ισραήλ και το 2023 επισκέφθηκε τη χώρα, όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο πατέρας του υπήρξε ο δεύτερος μουσουλμάνος ηγέτης που αναγνώρισε το Ισραήλ μετά την ίδρυσή του.

Την ίδια χρονιά, ο Παχλαβί έλαβε το βραβείο «LGBTQ+ Outspoken» από τους Log Cabin Republicans, δηλώνοντας ότι είναι «υπερήφανος που υπερασπίζεται τα δικαιώματα της ιρανικής LGBTQ κοινότητας», σε αντίθεση με τις ιρανικές αρχές που έχουν καταδικάσει σε θάνατο μέλη ομόφυλων ζευγαριών.

Τους τελευταίους μήνες προσπαθεί να ενισχύσει τις σχέσεις του με τον Λευκό Οίκο. Τον Ιανουάριο, σε συνέντευξή του στο Fox News, απευθύνθηκε στον Ντόναλντ Τραμπ με επαινετικά σχόλια, λέγοντας: «Κύριε Πρόεδρε, έχετε ήδη δημιουργήσει την κληρονομιά σας ως άνθρωπος που είναι αφοσιωμένος στην ειρήνη και στη μάχη κατά των δυνάμεων του κακού. Δεν είναι τυχαίο που άνθρωποι στο Ιράν δίνουν το όνομά σας σε δρόμους. Ξέρουν ότι είστε το ακριβώς αντίθετο από τον Μπαράκ Ομπάμα ή τον Τζο Μπάιντεν».

Λίγο πριν από τις αμερικανικές επιθέσεις, στελέχη της Ουάσιγκτον εξέφρασαν δημόσια υποστήριξη στο όραμά του για το Ιράν, αποστέλλοντας επιστολή στον Μάικ Γουόλτς, πρεσβευτή των ΗΠΑ στον ΟΗΕ. Στην επιστολή αναφερόταν ότι οι υπογράφοντες «ενώνονται γύρω από τις τέσσερις αρχές που ανακοίνωσε ο πρίγκιπας Ρεζά Παχλαβί», με τελευταία από αυτές το «δικαίωμα του ιρανικού λαού να καθορίσει τη δημοκρατική μορφή της κυβέρνησής του».

Μεταξύ των μελών του συμβουλευτικού συμβουλίου του οργανισμού Institute for the Voices of Liberty που απέστειλε την επιστολή ήταν και ο Φιλ Γουόλντρον, απόστρατος συνταγματάρχης του αμερικανικού στρατού, ο οποίος είχε βοηθήσει τον Τραμπ να προωθήσει αφηγήματα περί ξένης παρέμβασης στις εκλογές του 2020.

Ωστόσο, οι προσπάθειες του Παχλαβί μετά τους βομβαρδισμούς δεν απέφεραν αποτέλεσμα. Όταν ρωτήθηκε αν θα μπορούσε να είναι επιλογή των ΗΠΑ για την ηγεσία του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ απάντησε ότι πρόκειται για «έναν πολύ καλό άνθρωπο», αλλά πρόσθεσε ότι «δεν το έχουμε σκεφτεί ιδιαίτερα» και ότι ίσως «κάποιος από το εσωτερικό της χώρας θα ήταν πιο κατάλληλος».

Σε μια άλλη εξέλιξη, Ρώσοι φαρσέρ κατάφεραν να τον παρασύρουν σε τηλεδιάσκεψη μέσω Zoom, προσποιούμενοι εκπροσώπους του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς. Ένας άνδρας που συστήθηκε ως Άντολφ και φορούσε εντυπωσιακό μουστάκι παρόμοιο με του Χίτλερ ισχυρίστηκε ότι η Γερμανία ετοιμαζόταν να βομβαρδίσει το Ιράν στο πλαίσιο της αμερικανοϊσραηλινής εκστρατείας.

Ο Παχλαβί απάντησε ότι «όσο περισσότεροι συμμετέχουν σε αυτόν τον συνασπισμό απέναντι στο καθεστώς, τόσο το καλύτερο», στηρίζοντας τις εχθροπραξίες που έχουν ήδη προκαλέσει περισσότερους από 1.000 θανάτους Ιρανών, μεταξύ των οποίων και πάνω από 160 παιδιά.

Ο εκπρόσωπός του Τζάστιν Φόρσαϊθ δήλωσε στον Guardian ότι ο Παχλαβί είναι ο καταλληλότερος για να οδηγήσει τη χώρα σε δημοκρατική μετάβαση. Σύμφωνα με τον ίδιο, «έχει την υποστήριξη εκατομμυρίων πολιτών σε όλες τις επαρχίες, έχει ενώσει μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης και στοιχεία από τον στρατό και τις δυνάμεις ασφαλείας θα αποστατήσουν για να τον ακολουθήσουν».

Ωστόσο, πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι που έχουν ασχοληθεί με ζητήματα του Ιράν εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Ο Μαρκ Φάουλερ δήλωσε ότι η ομάδα του στην CIA τον είχε κρίνει «ιδιαίτερα αναποτελεσματικό», προσθέτοντας ότι η συνεργασία με εξόριστους πολιτικούς είναι δύσκολη επειδή συχνά λένε στους Αμερικανούς αξιωματούχους αυτό που πιστεύουν ότι θέλουν να ακούσουν.

Ο ρόλος της οργάνωσης MEK και οι αντιδράσεις

Ενώ ο Παχλαβί διαθέτει ορισμένους υποστηρικτές, η οργάνωση MEK και η Μαριάμ Ρατζαβί είναι εκείνοι που έχουν ζητήσει πιο έντονα την αναγνώριση από την Ουάσιγκτον.

Η MEK ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1960 ως μαρξιστική και ισλαμιστική οργάνωση και πολέμησε το καθεστώς του σάχη, καθώς και τους Αμερικανούς συμμάχους του. Το 1975 μέλη της πραγματοποίησαν επίθεση δολοφονίας κατά Αμερικανών αξιωματικών, χρησιμοποιώντας υποπολυβόλα.

Το 1997 το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε την οργάνωση τρομοκρατική, επισημαίνοντας ότι «κατά τη δεκαετία του 1970 η MEK πραγματοποίησε τρομοκρατικές επιθέσεις στο Ιράν και σκότωσε αρκετούς Αμερικανούς στρατιωτικούς και πολίτες που εργάζονταν σε αμυντικά προγράμματα στην Τεχεράνη». Η οργάνωση υποστήριξε ότι οι δράστες προέρχονταν από μια μαρξιστική αποσχισθείσα ομάδα.

Μετά την Ιρανική Επανάσταση, η MEK πολέμησε στο πλευρό του Σαντάμ Χουσεΐν στον πόλεμο κατά του Ιράν και διατηρούσε βάση περίπου 80 χιλιόμετρα βόρεια της Βαγδάτης.

Η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 αποδείχθηκε καθοριστική για την οργάνωση, καθώς αμερικανικά στρατεύματα ανέλαβαν την προστασία της βάσης της όταν ιρακινές δυνάμεις στράφηκαν εναντίον της.

Στη συνέχεια η MEK ξεκίνησε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη εκστρατεία λόμπινγκ στην Ουάσιγκτον με στόχο την άρση του χαρακτηρισμού της ως τρομοκρατικής οργάνωσης. Το 2012, μετά από δαπάνη 1,5 εκατομμυρίων δολαρίων σε τρεις μεγάλες εταιρείες λόμπινγκ, η τότε υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον αφαίρεσε την οργάνωση από τη σχετική λίστα.

Μεταξύ των υποστηρικτών της βρέθηκαν ο πρώην διευθυντής του FBI, Λούις Φρι, ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Μάικλ Μουκάσι, και ο Τζον Μπόλτον, ο οποίος αργότερα έγινε σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Ντόναλντ Τραμπ. Νομικός σύμβουλος της οργάνωσης υπήρξε επίσης ο Άλαν Ντερσόβιτς, ο οποίος είχε υπερασπιστεί τον Τραμπ στη δίκη καθαίρεσης για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου.

Οι σχέσεις της Ρατζαβί με την Ουάσιγκτον έχουν ενισχύσει την προβολή της. Λίγες ώρες μετά την έναρξη των επιθέσεων κατά του Ιράν, ο Μάικ Πομπέο έγραψε στο Twitter ότι «η δημοκρατική αντιπολίτευση του Ιράν είναι έτοιμη να αναλάβει την ηγεσία».

Ο Ρούντι Τζουλιάνι, επίσης υποστηρικτής της Ρατζαβί, πρόβαλε βίντεο της ηγέτιδας της MEK στην εκπομπή του στο X, ενώ επέκρινε τον Ρεζά Παχλαβί, υποστηρίζοντας ότι «δεν έχει σχεδόν καμία υποστήριξη στο εσωτερικό της χώρας».

Παράλληλα, φιλοτραμπικά μέσα ενημέρωσης προώθησαν τις θέσεις της MEK μετά τις επιθέσεις του Σαββάτου. Ο Ματ Γκέιτζ, πρώην μέλος του Κογκρέσου και αποτυχημένος υποψήφιος του Τραμπ για τη θέση του γενικού εισαγγελέα, φιλοξένησε στην εκπομπή του στο One America News Network τον υποστηρικτή της MEK, Αλί Σαφαβί, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι μέλη της οργάνωσης είχαν ήδη καταλάβει κυβερνητικό κτίριο στο Ιράν.

Σε επιστολή οκτώ σελίδων προς τον Guardian, ο Αλί Σαφαβί υποστήριξε ότι η MEK έχει γίνει στόχος ψευδών κατηγοριών που προέρχονται από το ιρανικό καθεστώς και ότι το καθεστώς διαθέτει «ολόκληρο τον στρατιωτικό, πληροφοριακό και προπαγανδιστικό μηχανισμό του» για να την καταστρέψει.

Ωστόσο, ο πρώην αξιωματούχος της CIA, Μαρκ Φάουλερ, δήλωσε ότι η οργάνωση δεν θα πρέπει να συμμετάσχει σε καμία προσπάθεια ανοικοδόμησης του Ιράν. «Σκότωσαν Αμερικανούς. Την MEK θα την απέρριπτα αμέσως», είπε, προσθέτοντας ότι η οργάνωση είναι «αρκετά καλή στο να πείθει τον κόσμο ότι έχει αλλάξει».

Η στάση του Λευκού Οίκου

Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε λεπτομερείς ερωτήσεις για την υπόθεση, παραπέμποντας σε δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ στο Politico. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι θα συμβάλει στην επιλογή του επόμενου ηγέτη του Ιράν.

«Θα συνεργαστούμε με τον λαό και το καθεστώς για να διασφαλίσουμε ότι θα υπάρξει κάποιος που θα μπορέσει να ανοικοδομήσει σωστά το Ιράν, αλλά χωρίς πυρηνικά όπλα», δήλωσε χαρακτηριστικά.