Το κατά πόσο έχει ο νόμος τη δύναμη να ορθώσει ανάστημα απέναντι στο ψέμα που βασιλεύει στο διαδίκτυο και τα fake news που διαδίδονται με ταχύτητα φωτός, επιχείρησαν να απαντήσουν ειδικοί του χώρου, σε συζήτηση κατά τη δεύτερη μέρα του Athens Alitheia Forum, με τη συμμετοχή του υπουργού Δικαιοσύνης.
Ο Γιώργος Φλωρίδης, ο δικηγόρος Μιχάλης Δημητρακόπουλος, η δημοσιογράφος Ιωάννα Μάνδρου, και ο συγγραφέας-αρθρογράφος Σάκης Μουμτζής, αντάλλαξαν απόψεις γύρω από το αν μπορούμε να προστατεύσουμε τη Δικαιοσύνη, την ενημέρωση, ακόμη και τη Δημοκρατία, από την ανεξέλεγκτη διάδοση της παραπληροφόρησης.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην επάρκεια του νομικού πλαισίου για την αντιμετώπιση του φαινομένου των fake news και πώς αυτό επηρεάζει την κοινή γνώμη και τους θεσμούς.
Ο κ. Φλωρίδης, ο οποίος αποχώρησε νωρίτερα λόγω σημαντικής σύσκεψης υπό τον πρωθυπουργό για την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο, τοποθετήθηκε ευθύς εξαρχής ξεκαθαρίζοντας τη φιλοσοφία του νομικού πλαισίου έναντι της αλήθειας και του ψεύδους. «Ο νόμος δεν μπορεί να προστατεύσει την αλήθεια. Ο νόμος μπορεί να περιορίσει τις επιπτώσεις του ψεύδους», δήλωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η πεποίθηση πως οι νομοθετικές ρυθμίσεις μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματα είναι εσφαλμένη.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης αναφέρθηκε στις αλλαγές που επήλθαν στον Ποινικό Κώδικα, καταργώντας το αδίκημα της απλής δυσφήμησης και της δυσφήμησης ενώπιον κρατικού οργάνου, κινήσεις που στόχευαν στην «απελευθέρωση δυνάμεων» και την ενίσχυση του δημοσιογραφικού έργου.
Όπως εξήγησε ο ίδιος, η απλή δυσφήμηση συχνά οδηγούσε σε καταδίκες ακόμη και όταν επρόκειτο για αποκάλυψη αλήθειας, με τη Δικαιοσύνη να λέει: «Αλήθεια λες, αλλά δεν έπρεπε να την πεις». Αυτές οι αλλαγές, κατά τον κ. Φλωρίδη, βοηθούν στο να μην αντιμετωπίζεται, νομικά, η αποκάλυψη της αλήθειας.
Παρέθεσε επίσης στατιστικά στοιχεία για τις αγωγές (SLAPP) κατά δημοσιογράφων το 2023, τονίζοντας ότι από τις 265 αγωγές, έγιναν δεκτές οι 69 σε πρώτο βαθμό και μόλις 13, σε δεύτερο, με αποτέλεσμα οι τελεσίδικες αγωγές να είναι 69. Ανέφερε ακόμη ότι τα ποσά που επιδικάζονται είναι περίπου το 1/10 των αιτούμενων, υπογραμμίζοντας ότι «δεν έχουμε εδώ βιομηχανία παραγωγής τέτοιων αγωγών».
Αναλύοντας το φαινόμενο της διάδοσης των ψευδών ειδήσεων, ο κ. Φλωρίδης επισήμανε ότι ενώ η προπαγάνδα υπήρχε από την αρχαιότητα, οι σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες επιτρέπουν την ταχύτατη εξάπλωσή της. Η άποψή του είναι ότι τα κατασκευασμένα νέα, ανθούν «όταν έχουμε υποβαθμισμένο κοινωνικό και πολιτικό λόγο». Όταν, δηλαδή, η αντιπαράθεση δεν γίνεται με επιχειρήματα και οι πολιτικοί φορείς αδυνατούν να αναπτύξουν σαφή επιχειρήματα, τότε δημιουργούνται ψευδή αφηγήματα. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε την τραγωδία των Τεμπών ως «μια κλασική ιστορία fake news, η οποία οργανώθηκε με σκοπό να παραγάγει πολιτικό αποτέλεσμα», αναφέροντας ότι πολλά κέντρα συνέκλιναν προς αυτό τον στόχο, εκμεταλλευόμενα την απουσία επιχειρημάτων για τις πολιτικές και θεσμικές ευθύνες.
Η δημοσιογράφος Ιωάννα Μάνδρου συμφώνησε με την εκτίμηση ότι τα fake news ασκούν μεγάλη επιρροή στις δικαστικές αποφάσεις. Τόνισε ότι πριν καν αποφανθούν τα δικαστήρια, τα ψευδή νέα δημιουργούν βεβαιότητες στην κοινή γνώμη για αθωότητες ή ενοχές που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, επηρεάζοντας τους δικαστές, οι οποίοι «δεν λειτουργούν εν κενώ». Ως παράδειγμα ανέφερε την υπόθεση της 12χρονης στον Κολωνό, όπου εκτός του δικαστηρίου υπήρξε μαζική κινητοποίηση με φωνές «αθώα-αθώα», που ενδεχομένως επηρέασαν τους δικαστές. Προειδοποίησε ότι όταν η Δικαιοσύνη αποφασίζει διαφορετικά από τις «βεβαιότητες» της κοινής γνώμης, κλονίζεται σοβαρά η αξιοπιστία του δικαστικού θεσμού. Η κ. Μάνδρου επέκρινε επίσης τη μυστικότητα της δικογραφίας για τα Τέμπη, η οποία «παράγει αναξιοπιστία» και επέτρεψε την έξαρση των ψευδών ειδήσεων.
Ο συγγραφέας και αρθρογράφος Σάκης Μουμτζής υποστήριξε ότι η σημερινή τοξικότητα είναι «παιδική χαρά» σε σχέση με το κλίμα της δεκαετίας του ’80 και προειδοποίησε ότι τα fake news οδηγούν στην ισοπέδωση, την απογοήτευση και εν τέλει στη μη συμμετοχή των πολιτών. Για τον κ. Μουμτζή, κάθε πολιτικά κατασκευασμένη είδηση, έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό κίνητρο και στρατηγική. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την υπόθεση της «Μαρίας του Έβρου», μια απολύτως κατασκευασμένη είδηση που είχε ως στόχο να επηρεάσει την κοινή γνώμη και αποκάλυψε ότι ο ίδιος και άλλοι αντιμετώπισαν διαδικτυακό λιντσάρισμα στην προσπάθειά τους να την αποδομήσουν. Σημείωσε επίσης ότι το 58% των ερωτηθέντων σε πρόσφατη δημοσκόπηση εξακολουθεί να πιστεύει ότι το μοιραίο τρένο στα Τέμπη μετέφερε παράνομα εύφλεκτο υλικό, γεγονός που υπογραμμίζει την ανθεκτικότητα των ψευδών ειδήσεων.
Ο δικηγόρος Μιχάλης Δημητρακόπουλος, με βάση την εμπειρία του στις δικαστικές αίθουσες, εξέφρασε την πεποίθηση ότι «η αλήθεια επικρατεί» στα δικαστήρια. Χαρακτήρισε επαρκέστατο το νομικό πλαίσιο, το οποίο προστατεύει την αλήθεια, τόσο με ποινικές όσο και με αστικές διατάξεις. Αναφέρθηκε στην εξέλιξη από τον παλιό Ποινικό Κώδικα του 1951, στον νέο του Ιουλίου 2019 και στις τροποποιήσεις που έγιναν μέχρι το 2026 από τον κ. Τσιάρα και τον κ. Φλωρίδη.
Ο κ. Δημητρακόπουλος εξήγησε ότι η διάσπαση ψευδών ειδήσεων, ειδικά όταν προκαλούν τεράστια ζημιά στην οικονομία, την άμυνα ή την υγεία, ποινικοποιείται. Ενώ παλαιότερα αρκούσε ο κίνδυνος, πλέον απαιτείται να έχει προκληθεί πραγματικό αποτέλεσμα (βλάβη), κάτι που χαρακτήρισε ως «ευμενέστερη» προσέγγιση.
Σχετικά με τη συκοφαντική δυσφήμιση, υπενθύμισε ότι η απλή δυσφήμηση δεν αποτελεί πλέον ποινικό αδίκημα. Ωστόσο, η συκοφαντική δυσφήμιση, που αφορά την εν γνώσει διάδοση ψευδών στοιχείων για κάποιον, τιμωρείται με ποινές που φτάνουν τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Ο δικηγόρος εξέφρασε τη διαφωνία του με τις πρόσφατες τροποποιήσεις που προβλέπουν ποινές φυλάκισης δύο ετών και μίας ημέρας για τους δημοσιογράφους, καθώς αυτές «εκτίονται» και μπορεί να οδηγήσουν σε πραγματική στέρηση της ελευθερίας. «Εάν αρχίσουμε και βάζουμε στην φυλακή με δύο χρόνια και μία ημέρα τους δημοσιογράφους, νομίζω ότι δεν βοηθάμε την καταπολέμηση του ψεύδους», τόνισε.
Πρόσθεσε επίσης ότι όταν η δυσφήμιση γίνεται μέσω μέσων ενημέρωσης, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την υποχρέωση δημοσίευσης της καταδικαστικής απόφασης στα ίδια μέσα, προστατεύοντας έτσι την αλήθεια και τον πολίτη που έχει πληγεί. Εάν το μέσο αρνηθεί, επιβάλλεται νέα ποινική κύρωση.
Κλείνοντας, ο κ. Δημητρακόπουλος υπενθύμισε, σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ, την περίπτωση του «τυποκτόνου νόμου», μιας παλαιότερης κυβερνητικής πρωτοβουλίας που επέβαλλε υπέρογκες χρηματικές ποινές σε μέσα ενημέρωσης για προσβολή προσωπικότητας, αλλά τελικά κρίθηκε αντισυνταγματική από τον Άρειο Πάγο, ως περιοριστική για την ελευθερία του Τύπου.
Η συζήτηση στο Athens Alitheia Forum υπογράμμισε την πολυπλοκότητα της σχέσης μεταξύ νόμου, αλήθειας και ενημέρωσης. Ενώ το νομικό πλαίσιο εξελίσσεται για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις των fake news, αναδεικνύονται και νέοι προβληματισμοί σχετικά με την πιθανή αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων και την ανάγκη για ενημερωμένο, έντιμο και θεσμικά υπεύθυνο πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο.
Η επίδραση των ψευδών ειδήσεων στην κοινή γνώμη και την αξιοπιστία των θεσμών παραμένει μια τεράστια πρόκληση, η αντιμετώπιση της οποίας απαιτεί συντονισμένες προσπάθειες από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.