Η πείνα σφίγγει τη θηλιά γύρω από το Κονγκό, μετατρέποντας μια ήδη δοκιμαζόμενη περιοχή σε ανθρωπιστική βόμβα έτοιμη να εκραγεί, όχι γιατί δεν υπάρχει τροφή, αλλά γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να τη φτάσουν. Δέκα εκατομμύρια κάτοικοι στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό απειλούνται με λιμό, ενώ τρία εκατομμύρια εκτιμάται ότι θα διολισθήσουν σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» τροφικής ασφάλειας έως τον Ιούνιο, καθώς οι αντάρτες του M23 στραγγαλίζουν κάθε δίοδο πρόσβασης σε τρόφιμα και ανθρωπιστική βοήθεια.

Στην Γκόμα, τη μεγαλύτερη πόλη της ανατολικής χώρας, τα ράφια των σούπερ μάρκετ είναι άδεια, οι ουρές για βασικά είδη μεγαλώνουν και οι τιμές εκτοξεύονται για ό,τι ελάχιστο υπάρχει διαθέσιμο. Η 28χρονη νοσοκόμα Νοέλα Αμίσι τριγυρνά για ώρες την πόλη με ένα έμβασμα 30 δολαρίων στο κινητό της, ψάχνοντας βρεφικό γάλα, ζάχαρη και λίγα τρόφιμα για τα παιδιά της, στο τέλος επιστρέφει σπίτι με άδεια χέρια, φοβούμενη ότι η πείνα θα μπει οριστικά στο σπίτι της. Άλλοι κάτοικοι ξεπουλούν ρούχα, τηλεοράσεις και προσωπικά αντικείμενα μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν ένα σακί καλαμποκάλευρο και λίγο ρύζι, που πλέον κοστίζει τα διπλάσια από πριν μέσα σε λίγες μόνο ημέρες.

Η πείνα ως όπλο εξουσίας στο Κονγκό

Πίσω από αυτή την κλιμακούμενη πείνα στο Κόνγκο δεν βρίσκεται η κλιματική κρίση ή μια κακή σοδειά, αλλά η συστηματική στρατιωτική και οικονομική στρατηγική μιας οργάνωσης που επιχειρεί να γίνει «κράτος εν κράτει». Η εξέγερση του M23, με την υποστήριξη του στρατού της Ρουάντα σύμφωνα με ερευνητές του ΟΗΕ, έχει μετατρέψει την ανατολική περιοχή σε ένα de facto αυτόνομο προτεκτοράτο, όπου ο έλεγχος της τροφής ισοδυναμεί με έλεγχο του πληθυσμού. Οι αντάρτες έχουν εκδιώξει αγρότες από τις καλλιέργειές τους, έχουν αφήσει τις σοδειές να σαπίζουν σε οδοφράγματα και έχουν κλείσει την πρόσβαση σε πηγές προμήθειας, επιτρέποντας σχεδόν αποκλειστικά εισαγωγές τροφίμων και ζωικών προϊόντων από τη Ρουάντα.

Σε πολλές περιοχές, το γάλα, το κρέας και τα προϊόντα όπως το τυρί ή τα λουκάνικα είτε δεν φτάνουν ποτέ στα ράφια είτε καταστρέφονται μπλοκαρισμένα για εβδομάδες στα σύνορα, όπως συνέβη με κοντέινερ αξίας 60.000 δολαρίων που αφέθηκε να σαπίσει σε συνοριακό πέρασμα με την Κένυα. Την ίδια στιγμή, η κεντρική τράπεζα της χώρας έχει «παγώσει» τη λειτουργία των τραπεζών στις ζώνες που ελέγχει το M23, στερώντας από τους πολίτες πρόσβαση σε μετρητά και αφήνοντας τους αντάρτες χωρίς τη δυνατότητα να επιβάλουν αποτελεσματικά φορολογία. Το κενό χρηματοδότησης καλύπτεται, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, από τη Ρουάντα, η οποία απολαμβάνει μονοπωλιακή πρόσβαση στις αγορές των κατεχόμενων περιοχών και επωφελείται από τα λαθραία ορυκτά του Κονγκό.

«Πείνα» στο Κονγκό, κλειστά αεροδρόμια, καμένες καλλιέργειες

Η πείνα στο Κόνγκο επιδεινώνεται από τον συνδυασμό βίας και αποκλεισμού που μετατρέπει τις «σιτοβολώνες» της χώρας σε ζώνες θανάτου. Σε περιοχές βόρεια της Γκόμα, οι αντάρτες κατηγορούνται για τη δολοφονία περίπου 300 αγροτών που κοιμούνταν στα χωράφια τους την περίοδο της σποράς, υποψιαζόμενοι ότι υποστηρίζουν φιλοκυβερνητικές πολιτοφυλακές. Περίπου 70.000 κάτοικοι της περιοχής Ρουτσούρου διέφυγαν στην Ουγκάντα μετά τις επιθέσεις, αφήνοντας πίσω ακαλλιέργητα στρέμματα σε βασικές ζώνες παραγωγής πατάτας και λαχανικών.

Ακόμη και όσοι καταφέρνουν να μείνουν στη γη τους συναντούν νέες μορφές τρόμου: ακτιβιστές περιγράφουν αγρότες που ξυλοκοπούνται άγρια ή ακόμη και σκοτώνονται όταν τολμούν να επιστρέψουν στα κτήματά τους για να περισώσουν μέρος της παραγωγής τους. Ταυτόχρονα, το αεροδρόμιο της Γκόμα, βασική πύλη για τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας και εφοδίων, παραμένει κλειστό από τους αντάρτες, αποκόπτοντας μια από τις ελάχιστες ασφαλείς αρτηρίες ανεφοδιασμού για τους διεθνείς οργανισμούς. Η Action Against Hunger και άλλες οργανώσεις προειδοποιούν ότι η ασφάλεια έχει καταρρεύσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι ανθρωπιστικές αποστολές δυσκολεύονται να προσεγγίσουν τα χωριά που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, όπως γράφει η Wall Street Journal.

Καθώς η διεθνής κοινότητα επικεντρώνεται στα ορυκτά και στην γεωπολιτική αντιπαράθεση γύρω από το Κόνγκο, ο καθημερινός αγώνας για ένα πιάτο φαγητό μετατρέπεται στο πιο σκληρό σύμβολο μιας σύγκρουσης όπου η πείνα χρησιμοποιείται ως σιωπηλό, αλλά απόλυτα ελεγχόμενο όπλο. Και όσο η ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Κινσάσα και Κιγκάλι μένει στα χαρτιά, χωρίς τη συμμετοχή του M23, η υπόσχεση για σταθερότητα μοιάζει τόσο άδεια όσο και τα ράφια των σούπερ μάρκετ στη Γκόμα.