Με ένα λαμπρό μέλλον μπροστά της, η ανερχόμενη Βρετανίδα δικηγόρος, Σιμόν Γουάιτ, αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό της ένα εξωτικό ταξίδι στην Άπω Ανατολή, ως ανταμοιβή για τους κόπους και τις επιτυχίες της. Επρόκειτο να συναντήσει μια παιδική της φίλη και όλα έδειχναν ότι θα ήταν οι διακοπές ζωής της. Ωστόσο, το ταξίδι αυτό κατέληξε σε ανείπωτη τραγωδία.
Η 28χρονη Σιμόν δεν επέστρεψε ποτέ από το ταξίδι της στο Λάος. Τον Νοέμβριο του 2024 συγκαταλέχθηκε ανάμεσα στους έξι τουρίστες που έχασαν τη ζωή τους, αφού κατανάλωσαν δωρεάν σφηνάκια νοθευμένα με θανατηφόρα μεθανόλη σε μπαρ του ξενώνα Nana Backpacker Hostel, στη δημοφιλή τουριστική πόλη Βανγκ Βιένγκ. Παρά τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το προσωπικό του ξενώνα τιμωρήθηκε με εξαιρετικά χαμηλά πρόστιμα, μόλις 95 λίρες ο καθένας, για τη διάθεση νοθευμένου αλκοόλ, έπειτα από έρευνα των Aρχών.
Η μητέρα της Σιμόν, Σου, δηλώνει σήμερα ότι το ποσό αυτό αποτελεί προσβολή στη μνήμη της κόρης της. Μιλώντας αποκλειστικά στην εφημερίδα The Sun, η Σου από το Όρπινγκτον του Κεντ ανέφερε: «Αυτό έχει καταστρέψει τις ζωές μας και τίποτα δεν θα μας φέρει πίσω την κόρη μας, αλλά οι 95 λίρες είναι προσβολή. Η Σιμόν είναι συνεχώς στο μυαλό μου, αλλά νιώθω πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Από την πρώτη στιγμή δεν υπήρξε δικαιοσύνη για την κόρη μας. Υπάρχει τόση διαφθορά εκεί έξω, οπότε, παρότι είμαι απογοητευμένη από αυτή την απόφαση, δεν εκπλήσσομαι».

Δέκα εργαζόμενοι του ξενώνα κρίθηκαν ένοχοι για καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων στα τέλη του προηγούμενου μήνα και αυτή την εβδομάδα τους επιβλήθηκαν μικρά χρηματικά πρόστιμα και ποινές με αναστολή, ενώ οι Αρχές απέκλεισαν το ενδεχόμενο περαιτέρω διώξεων. Μόνο ένας άνδρας από το αποστακτήριο όπου παρήχθη το αλκοόλ ενδέχεται να αντιμετωπίσει νομικές συνέπειες. Η Σου ενημερώθηκε για την έκβαση της δίκης, η οποία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών στο Λάος, από το Foreign Office.
Αντίθετα, οι οικογένειες των υπόλοιπων θυμάτων από την Αυστραλία, τη Δανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενημερώθηκαν επισήμως και βασίστηκαν στη Σου για να μάθουν τις εξελίξεις. Εκείνη ήταν που τους ενημέρωσε για τα πρόστιμα μέσω ομάδας στο WhatsApp, την οποία είχαν δημιουργήσει οι γονείς, για να στηρίζουν ο ένας τον άλλον μετά τη δηλητηρίαση. «Είμαστε όλοι σε στενή επαφή και επικράτησε αναστάτωση», πρόσθεσε η Σου, σημειώνοντας ότι η εξέλιξη αυτή επανέφερε οδυνηρές μνήμες.
Η Σου εξακολουθεί να στοιχειώνεται από το τηλεφώνημα που δέχτηκε στις 2 τα ξημερώματα, όταν η κόρη της βρισκόταν στην άλλη άκρη του κόσμου, 14 μήνες πριν. Μετά την κατανάλωση των δωρεάν ποτών, η Σιμόν υπέστη επιληπτικές κρίσεις και δεν μπορούσε να αναπνεύσει μόνη της. Οι γιατροί έκριναν απαραίτητη την εγχείρηση στον εγκέφαλο, αλλά απαιτούνταν συγκατάθεση συγγενή, με αποτέλεσμα η φίλη της Σιμόν, Μπεθάνι Κλαρκ, εργαζόμενη στον χώρο της υγείας και επίσης από το Όρπινγκτον, να τηλεφωνήσει στη μητέρα της για να της ανακοινώσει τα τραγικά νέα.
«Ήταν φρικτό, απολύτως φρικτό», θυμάται η Σου. «Με το ένστικτο της μάνας ήξερα ότι θα πεθάνει, όταν δέχτηκα εκείνο το τηλεφώνημα». Μέσα σε λίγες ώρες ταξίδεψε στο Λάος, όμως όταν έφτασε στο νοσοκομείο, τα μακριά ξανθά μαλλιά της Σιμόν είχαν ξυριστεί και την οδηγούσαν ήδη στο χειρουργείο. Μετά από μια μακρά και περίπλοκη επέμβαση, η 28χρονη παρέμεινε για τρεις ημέρες σε μηχανική υποστήριξη ζωής, χωρίς όμως ελπίδα ανάρρωσης.
Παρότι δεν υπήρχε πιθανότητα να ανακάμψει, οι γιατροί αρνήθηκαν να απενεργοποιήσουν τα μηχανήματα, επικαλούμενοι τις βουδιστικές τους πεποιθήσεις, και ενημέρωσαν τη μητέρα ότι μπορούσε να το κάνει η ίδια. Συντετριμμένη, η Σου αναγκάστηκε να αφαιρέσει τον σωλήνα οξυγόνου από το στόμα της κόρης της και να απενεργοποιήσει τη συσκευή. «Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ», δήλωσε. «Η Σιμόν είχε όλη της τη ζωή μπροστά της. Μόλις είχε γίνει δικηγόρος, είχε επιτυχημένη καριέρα, είχε αγοράσει νέο διαμέρισμα και είχε πλούσια κοινωνική ζωή».

Η Σου, ο πατέρας της Σιμόν, Νιλ, και ο αδελφός της, Ζακ, παραμένουν απογοητευμένοι από την έλλειψη ενημέρωσης τόσο από τις Αρχές του Λάος όσο και από τις βρετανικές υπηρεσίες. «Κυνηγάμε συνεχώς το Foreign Office για ενημερώσεις και στέλνω emails που μένουν αναπάντητα. Μας λένε ότι τα χέρια τους είναι δεμένα. Νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, εκτός αν ταξιδέψουμε ξανά στο Λάος, αλλά η Σιμόν δεν θα το ήθελε αυτό. Δεν θα επιστρέψουμε ποτέ εκεί», ανέφερε.
Η ιατροδικαστική έρευνα κατέληξε ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε τοξικότητα από μεθανόλη και ενδοκρανιακή αιμορραγία, έπειτα από κατανάλωση τοπικής βότκας νοθευμένης με τη συγκεκριμένη τοξική ουσία.
Οι γονείς των υπόλοιπων θυμάτων εκφράζουν επίσης την αγανάκτησή τους, χαρακτηρίζοντας τα πρόστιμα «εξαιρετικά αδύναμα» και «ντροπιαστικά». Ο Αυστραλός Μαρκ Τζόουνς, του οποίου η 19χρονη κόρη Μπιάνκα πέθανε αφού κατανάλωσε δωρεάν κοκτέιλ στο ίδιο μπαρ, δήλωσε: «Το να πιστεύουν οι Αρχές του Λάος ότι η ζωή των κοριτσιών μας αξίζει 185 δολάρια Αυστραλίας είναι απολύτως ντροπιαστικό. Δεν είχαμε καμία ενημέρωση για τη δίκη. Τα κορίτσια μας και όλα τα θύματα αξίζουν τουλάχιστον δικαιοσύνη».
Ο Σον, πατέρας της Χόλι Μπόουλς, χαρακτήρισε την απόφαση «προδοσία πέρα από κάθε κατανόηση», ενώ προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ο ξενώνας έχει πλέον επαναλειτουργήσει με διαφορετικό όνομα. «Έξι άνθρωποι πέθαναν σε αυτόν τον ξενώνα και απλώς τον ανοίγουν ξανά; Είναι αδιανόητο», πρόσθεσε ο Μαρκ.
Ανάμεσα στα θύματα ήταν επίσης οι Δανές φίλες, Άννε-Σόφι Όρκιλντ Κόιμαν, 20 ετών, και Φρέγια Βένερβαλντ, 21 ετών, οι οποίες υπέφεραν για 13 ώρες από εμετούς με αίμα, καθώς και ο Αμερικανός Τζέιμς Λούις Χιούστον, 57 ετών. Πέντε ακόμα τουρίστες νοσηλεύτηκαν. Ο διευθυντής του ξενώνα, Ντουόνγκ Ντουκ Τοάν, και ο μπάρμαν Τοάν Βαν Βανγκ είχαν αρνηθεί στο παρελθόν ότι τα ποτά περιείχαν μεθανόλη, υποστηρίζοντας ότι το αλκοόλ αγοράστηκε από αδειοδοτημένο προμηθευτή και ότι τα δωρεάν σφηνάκια προσφέρθηκαν σε περίπου 100 άτομα.