Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παραμένει ο απόλυτος κυρίαρχος της τουρκικής πολιτικής σκηνής, αλλά το ερώτημα «ποιος θα τον διαδεχθεί;» παύει πλέον να είναι ταμπού, με τον γιο του, Μπιλάλ Ερντογάν, να αναδεικνύεται σε κεντρικό πρόσωπο των παρασκηνιακών συζητήσεων στην Άγκυρα.

Τα τελευταία χρόνια, ο Μπιλάλ Ερντογάν έχει αποκτήσει μια ασυνήθιστα έντονη δημόσια παρουσία για τα δεδομένα ενός μέχρι πρότινος «αφανούς» μέλους της προεδρικής οικογένειας. Εμφανίζεται όλο και συχνότερα στα ρεπορτάζ του κρατικού πρακτορείου ειδήσεων, συνοδεύει τον πατέρα του σε κρίσιμα ταξίδια –από το Ριάντ και την Ντόχα μέχρι το Ισλαμαμπάντ και την Κουάλα Λουμπούρ– και στέλνει μηνύματα πολιτικής συνέχειας μέσα από συνεντεύξεις σε διεθνή μέσα, όπως πρόσφατα σε podcast του Al Jazeera. Εκεί μίλησε για το χρέος «όσων έρχονται μετά τον Ταγίπ Ερντογάν» να συνεχίσουν το έργο του, αφήνοντας να εννοηθεί ότι βλέπει τον εαυτό του ως μέρος αυτής της επόμενης γενιάς ηγεσίας.

Ερντογάν – Μπιλάλ: Η δυναστεία στο παρασκήνιο

Στο εσωτερικό της κυβερνώσας AKP, η συζήτηση για τη μετά Ερντογάν εποχή έχει μεταφερθεί από τα πηγαδάκια των αναλυτών στα κλειστά δωμάτια των κομματικών επιτελείων. Σύμφωνα με πρόσωπα που παρακολουθούν από κοντά τις διεργασίες, η είσοδος του Μπιλάλ Ερντογάν στην ενεργό πολιτική εξετάζεται πλέον ως σενάριο με πραγματικές πιθανότητες, είτε μέσω της ανάληψης της προεδρίας του κόμματος είτε με έναν θεσμικό ρόλο, όπως αυτόν του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Ο 44χρονος, με σπουδές δημόσιας πολιτικής στο Χάρβαρντ, φέρεται να συμμετέχει ήδη, άτυπα, στην επιλογή ανώτερων στελεχών σε κόμμα και κράτος, δημιουργώντας ένα δίκτυο πιστών γύρω του.

Η προοπτική μιας «οικογενειακής διαδοχής» ενισχύεται και από το ευρύτερο περιβάλλον που μοιάζει ευνοϊκό για τον Ερντογάν. Η οικονομία δείχνει σημάδια σταθεροποίησης, με τον πληθωρισμό να αποκλιμακώνεται σταδιακά από πολύ υψηλά επίπεδα και τα συναλλαγματικά αποθέματα να βελτιώνονται μετά το σοκ των εκλογών του 2023. Ταυτόχρονα, ο ισχυρότερος αντίπαλός του, ο δήμαρχος Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, βρίσκεται στη φυλακή αντιμετωπίζοντας ακόμη και το ενδεχόμενο ισόβιας κάθειρξης για υποθέσεις διαφθοράς και εγκληματικής οργάνωσης που ο ίδιος καταγγέλλει ως πολιτικά υποκινούμενες. Η πιθανότητα να αποκλειστεί από μελλοντικές αναμετρήσεις αφαιρεί από την αντιπολίτευση το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο απέναντι στον Ερντογάν.

Ερντογάν, Μπιλάλ και το σχέδιο της «επόμενης μέρας»

Θεσμικά, ο Ερντογάν βρίσκεται –στα χαρτιά– στην τελευταία πλήρη προεδρική του θητεία, η οποία λήγει το 2028. Ωστόσο, στενοί συνεργάτες του και κορυφαία στελέχη της AKP αναζητούν ήδη τις νομικές και πολιτικές φόρμουλες που θα του επέτρεπαν να είναι εκ νέου υποψήφιος, είτε μέσω πρόωρων εκλογών που θα προκήρυττε η Βουλή είτε μέσω συνταγματικής αναθεώρησης. Αν καταφέρει να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία για ακόμη πέντε χρόνια, θα έχει τον χρόνο να «στρώσει το έδαφος» για μια ομαλή μεταβίβαση εξουσίας, ενδεχομένως στον Μπιλάλ, μέσα από εσωκομματικές διαδικασίες και θεσμικούς διορισμούς.

Στο εξωτερικό μέτωπο, ο Ταγίπ Ερντογάν εμφανίζεται πιο ισχυρός από ποτέ, αξιοποιώντας τον πόλεμο στη Γάζα, τις εντάσεις στη Συρία και τον ρόλο της Τουρκίας στην Αφρική και τον μουσουλμανικό κόσμο, ενώ καλλιεργεί στενούς δεσμούς με ηγέτες όπως ο διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Παράλληλα, προβάλλει την προσωπική του σχέση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ως εγγύηση ότι η Άγκυρα παραμένει αναντικατάστατος παίκτης για τη Δύση, την ώρα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίζονται απρόθυμοι να τον συγκρουστούν ανοιχτά ακόμη και μετά τη σκληρή καταστολή της αντιπολίτευσης. Στο εσωτερικό, όμως, η μεγαλύτερη απειλή για το καθεστώς παραμένει η ακρίβεια, που ροκανίζει το εισόδημα των συνταξιούχων και των χαμηλών στρωμάτων, καθώς και το αβέβαιο μέλλον της ειρηνευτικής διαδικασίας με τους Κούρδους αντάρτες.

Ο Μπιλάλ Ερντογάν ως φορέας της «ισλαμικής συνέχειας»

Οι υποστηρικτές του Μπιλάλ μέσα στην AKP τον παρουσιάζουν ως την ιδανική σύνθεση της «νέας γενιάς» με το ιδεολογικό DNA του πατέρα του. Είναι ενεργός σε νεολαιίστικους οργανισμούς και έχει στενές σχέσεις με ισλαμικά δίκτυα, ενώ προσπαθεί να εμφανιστεί ως ευσεβής μουσουλμάνος που ταυτόχρονα κατανοεί τη Δύση και μιλά τη γλώσσα της. Η παρουσία του στην κεφαλή μαζικών διαδηλώσεων υπέρ της Γάζας – όπως αυτή της Πρωτοχρονιάς, στην οποία ηγήθηκε δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών – ενισχύει το προφίλ του ως πολιτικού που μπορεί να εκφράσει τόσο τον ισλαμικό συναισθηματισμό της βάσης όσο και τη γεωπολιτική φιλοδοξία της Τουρκίας.

Χαρακτηριστική είναι και η ρητορική του για την καθημερινότητα, όπως όταν, στην ίδια συνέντευξη, προειδοποίησε να μην αφήσουμε «ένα παιδί να γίνει λάτρης του εσπρέσο χωρίς να έχει γνωρίσει τον τουρκικό καφέ», μια φράση που συνοψίζει την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως υπερασπιστής της παράδοσης απέναντι στη δυτική κουλτούρα. Παρά ταύτα, κανένα από τα σενάρια διαδοχής δεν είναι προεξοφλημένο: η λαϊκή βάση μπορεί να αντιδράσει σε μια ωμή «κληρονομική» μεταβίβαση εξουσίας, η οικονομική κρίση μπορεί να ανατρέψει τους σχεδιασμούς, ενώ η τουρκική πολιτική σκηνή έχει αποδείξει πολλές φορές ότι παραμένει απρόβλεπτη.