Στο Ανώτατο Δικαστήριο της κομητείας Μόνμουθ στο Νιου Τζέρσεϊ συνεχίζεται η πολύκροτη δίκη του 59χρονου, Πολ Καναΐρο, ο οποίος κατηγορείται ότι δολοφόνησε τον αδελφό του, τη σύζυγό του και τα δύο ανήλικα παιδιά τους τον Νοέμβριο του 2018, έπειτα από σοβαρή οικονομική διαμάχη και φόβο αποκάλυψης υπεξαίρεσης χρημάτων.
Σύμφωνα με την εισαγγελία, «ο Καναΐρο παρακινήθηκε από απληστία και απόγνωση», όταν ο αδελφός του και επιχειρηματικός του συνέταιρος, Κιθ Καναΐρο, ανακάλυψε ότι έλειπαν χρήματα από καταπιστευματικό ταμείο, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την πληρωμή ασφαλίστρων συμβολαίου ζωής ύψους 3 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Πολ Καναΐρο ήταν ο μοναδικός διαχειριστής του ταμείου.
Η εισαγγελέας, Νικόλ Γουάλας, δήλωσε στο δικαστήριο ότι τη νύχτα της 20ής Νοεμβρίου 2018 «ο κατηγορούμενος ενήργησε μεθοδικά και οργανωμένα». Περίμενε μέχρι τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες, ντυμένος στα μαύρα και οπλισμένος με πιστόλι, και έκοψε αρχικά το ρεύμα και την εφεδρική γεννήτρια στο σπίτι της οικογένειας, αξίας 1,5 εκατομμυρίου δολαρίων, στο Colts Neck.
Όταν ο 50χρονος Κιθ βγήκε από το σπίτι για να ελέγξει τη γεννήτρια, ο Πολ Καναΐρο φέρεται να τον πυροβόλησε επανειλημμένα στο κεφάλι, προκαλώντας τον θάνατό του. Στη συνέχεια, φέρεται να πυροβόλησε θανάσιμα τη σύζυγο του θύματος, τη 45χρονη Τζένιφερ. Τα δύο παιδιά του ζευγαριού, η 8χρονη Σοφία και ο 11χρονος Τζέσι, μαχαιρώθηκαν βάναυσα μέχρι θανάτου.
Η εισαγγελία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έβαλε φωτιά στο υπόγειο της κατοικίας, σε μια προσπάθεια να εξαφανίσει τα ίχνη του εγκλήματος. Τα δύο παιδιά, σύμφωνα με τις Αρχές, ήταν ακόμη ζωντανά και πέθαναν εισπνέοντας καπνό καθώς αιμορραγούσαν.
Στη συνέχεια, ο Πολ Καναΐρο επέστρεψε στο δικό του σπίτι στο Ocean Township, όπου έβαλε επίσης φωτιά, προσπαθώντας να δημιουργήσει την εντύπωση ότι και οι δύο οικογένειες είχαν στοχοποιηθεί από κάποιον άλλον. Ωστόσο, φρόντισε η σύζυγός του και τα παιδιά του να απομακρυνθούν με ασφάλεια και χωρίς τραυματισμούς.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο Καναΐρο ξέσπασε σε κλάματα στο δικαστήριο. Η συνήγορός του, Μόνικα Μαστελόνε, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο πελάτης της θα μπορούσε να διαπράξει το έγκλημα και απέδωσε τις δολοφονίες στον τρίτο αδελφό της οικογένειας, τον 52χρονο Κόρεϊ Καναΐρο.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο Πολ και ο Κιθ είχαν στενή σχέση και ήταν «κολλητοί φίλοι», καθώς διαχειρίζονταν μαζί την εταιρεία τεχνολογίας «Square One». Η Μαστελόνε τόνισε ότι ο Πολ δεν θα δολοφονούσε ποτέ τον αδελφό του και την οικογένειά του για το ποσό των 78.000 δολαρίων και επεσήμανε ότι και ο Κόρεϊ θα είχε οικονομικό όφελος, καθώς θα κληρονομούσε επίσης 1,5 εκατομμύριο δολάρια σε περίπτωση θανάτου της οικογένειας.
Η εισαγγελία, ωστόσο, παρουσίασε μαρτυρίες που σκιαγραφούν τη δεινή οικονομική κατάσταση του Πολ Καναΐρο και της εταιρείας τους. Ο πρώην διευθυντής του Ιδρύματος «Doris Duke», Γκούλι Μπάσου, κατέθεσε ότι το ίδρυμα σκόπευε να διακόψει τη συνεργασία του με τη «Square One», καθώς οι υπηρεσίες της κρίνονταν υπερβολικά ακριβές. Ο λογιστής των αδελφών, Στίβεν Γουάινσταϊν, ανέφερε ότι το ίδρυμα αντιπροσώπευε το 90% των εσόδων της εταιρείας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Κιθ γνώριζε ότι πρόκειται να χαθεί ο βασικός πελάτης και σχεδίαζε να πουλήσει την εταιρεία και να τερματίσει τη συνεργασία με τον αδελφό του – εξέλιξη που θα αποτελούσε σοβαρό οικονομικό πλήγμα για τον Πολ, ο οποίος πληρωνόταν από την εταιρεία ενώ βρισκόταν σε καθεστώς αναπηρίας.
Ο ασφαλιστικός πράκτορας, Ρόναλντ Άρτιτζες, κατέθεσε ότι βοηθούσε τον Κιθ να διερευνήσει τις οικονομικές ασυνέπειες στις πληρωμές του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής. Παράλληλα, αποκαλύφθηκε ότι μία ημέρα πριν από τις δολοφονίες, ο Κιθ τηλεφώνησε στον Πολ και διαφώνησαν έντονα για τα χρήματα που έλειπαν. Ο κατηγορούμενος απέφυγε τη συζήτηση, ισχυριζόμενος ότι είχε ημικρανία.
Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν η κατάθεση του γείτονα και στενού φίλου του Κιθ, Μπεν Παολούτσι. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι λίγες ημέρες πριν από το έγκλημα είχε δει τον Κιθ «απογοητευμένο» και τον είχε προτρέψει να σταματήσει να στηρίζει οικονομικά τον αδελφό του και να προστατεύσει την οικογένειά του.
Την ημέρα των δολοφονιών, ο Παολούτσι έστειλε μήνυμα τόσο στον Κιθ όσο και στον Πολ -αγνοώντας ότι ο πρώτος ήταν ήδη νεκρός- ενημερώνοντάς τους ότι το σπίτι του Κιθ είχε πάρει φωτιά. Ο Πολ απάντησε ότι η αστυνομία δεν του επέτρεπε να φύγει από το τμήμα, λόγω άλλης ύποπτης πυρκαγιάς στο δικό του σπίτι. Όταν ο Παολούτσι τον ενημέρωσε ότι υπήρχε ένα άτομο πεσμένο έξω από το σπίτι, ο Πολ απάντησε με μήνυμα: «Δεν μπορώ να αναπνεύσω».
Ο Παολούτσι δήλωσε ότι έστειλε συλλυπητήριο μήνυμα στον Πολ, αλλά δεν είχε ξανά επικοινωνία μαζί του μετά τη σύλληψή του.
Ο Πολ Καναΐρο αρνείται όλες τις κατηγορίες, οι οποίες περιλαμβάνουν 16 αδικήματα, μεταξύ των οποίων ανθρωποκτονία, εμπρησμός, παράνομη κατοχή όπλων, κλοπή και παρεμπόδιση της δικαιοσύνης. Αν καταδικαστεί, αντιμετωπίζει ποινή ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους, σύμφωνα με τη New York Post.
Βρίσκεται προφυλακισμένος χωρίς εγγύηση από τις 21 Νοεμβρίου 2018. Η υπόθεση έχει καθυστερήσει επί σειρά ετών, λόγω της πανδημίας, νομικών προσφυγών της υπεράσπισης για τον αποκλεισμό αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και της αλλαγής συνηγόρου υπεράσπισης.
Η δίκη, με σώμα 12 ενόρκων και τέσσερις αναπληρωματικούς, αναμένεται να διαρκέσει έως και 2,5 μήνες και πρόκειται να συνεχιστεί σήμερα, Τρίτη 13 Ιανουαρίου.