«Είμαι αθώος», δήλωσε ο πρώην προσωπικός γιατρός του Ντιέγκο Μαραντόνα κατά την πρώτη του κατάθεση στη δίκη για τις συνθήκες θανάτου του θρυλικού Αργεντινού το 2020, η οποία πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 16/4.

Ο νευροχειρουργός Λεοπόλντο Λούκε, ένας εκ των βασικών κατηγορουμένων, τόνισε: «Θέλω να πω ότι είμαι αθώος και ότι λυπάμαι βαθιά για τον θάνατό του». Η δίκη διεξάγεται στο Σαν Ισίδρο, κοντά στο Μπουένος Άιρες, δέκα μήνες μετά την ακύρωση της πρώτης διαδικασίας λόγω σκανδάλου.

Συνολικά επτά επαγγελματίες υγείας -μεταξύ αυτών γιατροί, ψυχίατροι, ψυχολόγοι και νοσηλευτές– κατηγορούνται για «ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο», δηλαδή για αμέλεια με γνώση ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε θάνατο. Όλοι αρνούνται τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας πως η ευθύνη δεν βαραίνει τους ίδιους, ενώ αντιμετωπίζουν ποινές από 8 έως 25 χρόνια κάθειρξης.

Ο Μαραντόνα πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2020, σε ηλικία 60 ετών, από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια σε συνδυασμό με πνευμονικό οίδημα, ενώ ανάρρωνε σε ιδιωτική κατοικία μετά από επέμβαση για αιμάτωμα στο κεφάλι.

Ο Λούκε, 44 ετών, κατέθεσε για πρώτη φορά τόσο σε αυτή όσο και στην προηγούμενη -ακυρωθείσα- δίκη του 2025, η οποία είχε διακοπεί μετά από αποκαλύψεις ότι μία εκ των δικαστών συμμετείχε κρυφά σε παραγωγή ντοκιμαντέρ για την υπόθεση.

Στην κατάθεσή του, διάρκειας περίπου 30 λεπτών, υπερασπίστηκε –όπως και άλλοι κατηγορούμενοι– τη θέση ότι ο θάνατος του Μαραντόνα ήταν φυσικός και, ως έναν βαθμό, αναπόφευκτος.

Επικαλέστηκε μάλιστα ιατροδικαστικά ευρήματα που κάνουν λόγο για χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με διατατική μυοκαρδιοπάθεια, επιδεινωμένη από έλλειψη θεραπείας και επιβαρυμένη από τοξικές ουσίες. «Δεν λέω τη γνώμη μου, λέω τι αναφέρεται στις εκθέσεις», υπογράμμισε.

Ο ίδιος, που είχε στενή σχέση με τον Μαραντόνα τα τελευταία χρόνια της ζωής του, είχε παρουσιαστεί σε προηγούμενες καταθέσεις ως ένας από τους βασικούς ανθρώπους που έπαιρναν αποφάσεις για την υγεία του. Ωστόσο, διευκρίνισε πως δεν ήταν εκείνος που πραγματοποίησε τη χειρουργική επέμβαση στο κεφάλι, ενώ τόνισε πως δεν ήταν ο θεράπων ιατρός του το 2007, όταν -όπως είπε- σταμάτησε να λαμβάνει καρδιολογική αγωγή.

Παράλληλα, πήρε αποστάσεις από την επιλογή της κατ’ οίκον νοσηλείας, επισημαίνοντας πως δεν ανήκε στις αρμοδιότητές του ως νευροχειρουργού: «Το είχα ξεκαθαρίσει. Δεν ήμουν κλινικός γιατρός, ούτε ψυχίατρος ή ψυχολόγος».

Από την πλευρά της κατηγορίας, ο εισαγγελέας Πατρίσιο Φεράρι υποστήριξε πως η αποθεραπεία του Μαραντόνα έγινε σε «απάνθρωπες και ανεπαρκείς» συνθήκες, κατηγορώντας την ιατρική ομάδα ότι αγνόησε επανειλημμένες προειδοποιήσεις και ουσιαστικά τον εγκατέλειψε.

Ο Λούκε απέρριψε επίσης το σενάριο περί πολύωρης αγωνίας πριν τον θάνατο, που έχει παρουσιαστεί από ιατροδικαστές και την εισαγγελία, τονίζοντας πως κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τα αίτια θανάτου.

Η δίκη συνεχίζεται με δύο συνεδριάσεις την εβδομάδα και αναμένεται να διαρκέσει περίπου τρεις μήνες, κρατώντας ζωντανό ένα από τα πιο ευαίσθητα και αμφιλεγόμενα ζητήματα γύρω από το τέλος του εμβληματικού Ντιέγκο.