Οι περισσότεροι στεκόμαστε μπροστά στους συγγενείς με κατεβασμένο βλέμμα και λιγοστά λόγια, αλλά υπάρχουν πολιτικοί και δημόσια πρόσωπα που επιλέγουν συνειδητά να εργαλειοποιούν το πένθος, γράφει σε ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος.
Στις οικογένειες των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών, αλλά και σε μια προσωπική απώλεια που στιγμάτισε τη ζωή του αναφέρεται σε ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος.
«Ας μιλήσουμε από καρδιάς για το δράμα και το τραύμα των Τεμπών. Είμαστε πρώτα άνθρωποι και μετά πολιτικοί», γράφει αρχικά, για να αναφερθεί στη συνέχεια στην απώλεια του αδελφού του, από τροχαίο όταν ήταν μόλις 28 ετών. Προσθέτει ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο μπήκε στην πολιτική: «Λίγοι γνωρίζουν ότι στην πολιτική μπήκα -όχι ως επαγγελματίας πολιτικός- ακριβώς εξαιτίας αυτού του οικογενειακού τραύματος», γράφει.
«Με πονάει και με θυμώνει βαθιά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Όπως με πονάει, με θυμώνει και με πεισμώνει το γεγονός ότι έως το 2024 χάναμε 600 έως 700 ανθρώπους κάθε χρόνο στους ελληνικούς δρόμους -πολύ περισσότερους από όσους αναλογούν στον πληθυσμό μας με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα- και παρ’ όλα αυτά πολλοί το αντιμετωπίζουν ακόμη και σήμερα ως μια ακόμη ελληνική ιδιαιτερότητα ή, χειρότερα, ως μια μορφή κανονικότητας», επισημαίνει στη συνέχεια.
Τονίζει όμως ότι «ενώ οι περισσότεροι στεκόμαστε μπροστά στους συγγενείς με κατεβασμένο βλέμμα και λιγοστά λόγια υπάρχουν πολιτικοί και δημόσια πρόσωπα που επιλέγουν συνειδητά να εργαλειοποιούν το πένθος. Ρίχνουν διαρκώς αλάτι σε μια ανοιχτή πληγή και ποτίζουν ανθρώπους εξαντλημένους από τον πόνο με δηλητήριο και μίσος». Και σε άλλο σημείο επισημαίνει: «Γι’ αυτό και η πολιτική εργαλειοποίηση του πένθους που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας γύρω από τους συγγενείς των Τεμπών είναι απάνθρωπη και ανίερη — και πρέπει να σταματήσει».
Η ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου:
«Ας μιλήσουμε από καρδιάς για το δράμα και το τραύμα των Τεμπών.
Είμαστε πρώτα άνθρωποι και μετά πολιτικοί.
Έχω μιλήσει και στο παρελθόν για την απώλεια του αδελφού μου, του Πάνου, στα 28 του χρόνια, σε τροχαίο δυστύχημα. Ήταν ένας από τους χιλιάδες νέους ανθρώπους που τόσο άδικα έχασαν τη ζωή τους στους ελληνικούς δρόμους πριν καν προλάβουν να τη ζήσουν.
Εικοσιπέντε χρόνια μετά, η μνήμη του είναι πάντα μαζί μας — άλλοτε πιο επώδυνη, άλλοτε πιο τρυφερή. Έχω μια μάνα που δίνει καθημερινά αυτό τον αγώνα της μνήμης. Υπάρχουν μέρες που τα καταφέρνει κι άλλες που δυσκολεύεται. Πολύ.
Λίγοι γνωρίζουν ότι στην πολιτική μπήκα -όχι ως επαγγελματίας πολιτικός- ακριβώς εξαιτίας αυτού του οικογενειακού τραύματος. Με την ελπίδα και τη φιλοδοξία να συμβάλω, όσο μπορώ και στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, ώστε η χώρα μας να αποκτήσει καλύτερη κουλτούρα οδικής ασφάλειας, σύγχρονους δρόμους, ασφαλή μέσα μαζικής μεταφοράς και αποτελεσματικότερη αστυνόμευση.
Ήταν από τα πρώτα πράγματα που είπα στον Κυριάκο Μητσοτάκη όταν με κάλεσε να γνωριστούμε για να συνεργαστούμε. Με είχε συγκινήσει το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος και μόνος Έλληνας πολιτικός που είχε δείξει έως τότε ειλικρινές ενδιαφέρον για αυτό το ζήτημα.
Με πονάει και με θυμώνει βαθιά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Όπως με πονάει, με θυμώνει και με πεισμώνει το γεγονός ότι έως το 2024 χάναμε 600 έως 700 ανθρώπους κάθε χρόνο στους ελληνικούς δρόμους -πολύ περισσότερους από όσους αναλογούν στον πληθυσμό μας με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα- και παρ’ όλα αυτά πολλοί το αντιμετωπίζουν ακόμη και σήμερα ως μια ακόμη ελληνική ιδιαιτερότητα ή, χειρότερα, ως μια μορφή κανονικότητας.
Ποιος μιλάει για αυτούς τους γονείς; Ποιος μιλάει σε αυτούς τους γονείς;
Το 2025 καταφέραμε μετά από προσπάθειες χρόνων να σπάσουμε αυτόν τον κύκλο των τόσο πολλών πρόωρων και αφύσικων θανάτων στους ελληνικούς δρόμους. Αποδείξαμε πρωτίστως στους εαυτούς μας ότι μπορούμε να μην είμαστε ισόβιοι όμηροι των παθογενειών μας. Κάναμε ένα σημαντικό βήμα προς την ευρωπαϊκή κανονικότητα στα θέματα ασφάλειας.
Όχι. Καμία παθογένεια δεν είναι κανονικότητα. Δεν είναι κανονικό να συμβιβαζόμαστε με καμία κουλτούρα ανοχής στην παραβατικότητα που βυθίζει κάθε χρόνο στο πένθος εκατοντάδες οικογένειες.
Όπως δεν είναι κανονικό να συμβιβαζόμαστε με ένα σιδηροδρομικό σύστημα που επιτρέπει να κινούνται δύο τρένα στην ίδια γραμμή και οδηγεί στον θάνατο 57 ανθρώπους, με ταχύτητες που υπερβαίνουν τα 200 χιλιόμετρα την ώρα.
Έχουμε δεσμευτεί έως το τέλος του 2026 να παραδώσουμε έναν σύγχρονο, ευρωπαϊκού επιπέδου σιδηρόδρομο στη βασική γραμμή. Και το κάνουμε. Είναι η ελάχιστη υποχρέωσή μας σε μια χώρα που υποφέρει διαχρονικά από αρκετές υστερήσεις ακόμη σε κρίσιμα πεδία, παρά την πρόοδο που έχει καταγράψει.
Γι’ αυτό και συμπάσχω βαθιά με τις οικογένειες των θυμάτων των Τεμπών. Μπορώ να νιώσω το δράμα και τον πόνο που τους διαπερνά καθημερινά. Κατανοώ τα «όχι», τα «γιατί σε εμένα», τα «δεν αντέχω άλλο», τα «δεν καταλαβαίνω». Κατανοώ όλα τα συναισθήματα θυμού, άρνησης και βαθιάς θλίψης.
Τους θεωρώ, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες και Ελληνίδες, αδέλφια μου. Και θα ήθελα να μπορώ να σταθώ δίπλα τους, να τους αγκαλιάσω, να πάρω λίγο από τον βαθύ πόνο τους. Με στεναχωρεί βαθιά που αυτό δεν είναι πάντα δυνατό.
Με στεναχωρεί, επίσης, ότι σε κάτι που θα έπρεπε να μας ενώνει όλους —τον θάνατο και τον σεβασμό στους νεκρούς, όπως επιτάσσει η παράδοσή μας από την αρχαιότητα έως σήμερα— παρεισφρέει η πολιτική σκοπιμότητα, δημιουργώντας ένα νέο και επικίνδυνο πεδίο διχασμού.
Με θυμώνει ότι ενώ οι περισσότεροι στεκόμαστε μπροστά στους συγγενείς με κατεβασμένο βλέμμα και λιγοστά λόγια —τι να πεις πραγματικά σε ανθρώπους που ανεβαίνουν έναν τέτοιο Γολγοθά— υπάρχουν πολιτικοί και δημόσια πρόσωπα που επιλέγουν συνειδητά να εργαλειοποιούν το πένθος. Ρίχνουν διαρκώς αλάτι σε μια ανοιχτή πληγή και ποτίζουν ανθρώπους εξαντλημένους από τον πόνο με δηλητήριο και μίσος.
Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι επιδιώκει συναινέσεις για την αναθεώρηση των επίμαχων άρθρων του Συντάγματος που ορίζουν τη διαδικασία για την ευθύνη πολιτικών προσώπων. Σε αυτό πρέπει να τοποθετηθούν με υπευθυνότητα όλοι οι πολιτικοί φορείς αντί να εργαλειοποιούν συναισθήματα. Κι όμως κανείς δεν το έχει κάνει έως σήμερα.
Μας λένε ότι το πένθος περνά από στάδια: άρνηση, θυμό, διαπραγμάτευση, θλίψη, αποδοχή. Ας είμαστε ειλικρινείς: στην καρδιά μιας μάνας, ενός αδελφού, μιας συζύγου, ενός παιδιού που χάνει πρόωρα το γονιό του, αυτά τα στάδια δεν μπαίνουν σε σειρά. Έρχονται και φεύγουν σαν κύματα.
Ένα πρωί μπορεί να νιώθεις μουδιασμένος. Το μεσημέρι να φλέγεσαι από οργή. Το βράδυ να καταρρέεις στη θλίψη. Κι ύστερα ξανά από την αρχή. Δεν υπάρχει ευθεία πορεία. Υπάρχει μόνο ένα προσωπικό, μοναχικό ταξίδι.
Κι όμως, ακόμη και μέσα στην καταιγίδα, ο νους αναζητά ένα νόημα. Η γνώση αυτών των σταδίων δεν θεραπεύει τον πόνο, αλλά προσφέρει ένα στήριγμα: ότι αυτό που βιώνουμε έχει έναν ρυθμό, όσο χαοτικός κι αν μοιάζει.
Γι’ αυτό και η πολιτική εργαλειοποίηση του πένθους που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας γύρω από τους συγγενείς των Τεμπών είναι απάνθρωπη και ανίερη — και πρέπει να σταματήσει.
Διότι δεν τους δικαιώνει· τους βασανίζει. Τους καθηλώνει, συχνά με θεωρίες συνομωσίας που έχουν καταρρεύσει, στα πιο σπαρακτικά στάδια του πένθους: την άρνηση και τον θυμό.
Ευτυχώς, σε κρίσιμες στιγμές, η Δικαιοσύνη στάθηκε με τη δέουσα ευαισθησία και πρόνοια, προστατεύοντας τόσο την απρόσκοπτη διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας όσο και την ανθρώπινη υπόσταση εκείνων που δοκιμάζονται. Και τώρα αναμένουμε πλέον τη δίκη που ξεκινάει τον Μάρτιο. Μόνο μέσω αυτής μπορεί να απονεμηθεί το δίκαιο που όλοι αναζητούμε.
Η απώλεια ενός παιδιού, ιδιαίτερα υπό τέτοιες συνθήκες, μπορεί να σε συντρίψει. Να σε αδειάσει. Να σε φυλακίσει στη σιωπή ή στην οργή.
Όμως τίποτα από αυτά δεν φέρνει πίσω τους ανθρώπους μας. Ούτε το τυφλό μίσος, ούτε η συλλογική απαξίωση της πολιτικής, των θεσμών και της Δικαιοσύνης, μπορούν να οδηγήσουν στην κάθαρση. Οδηγούν μόνο σε μια ζούγκλα άναρχων συναισθημάτων και τελικά στη συσκότιση.
Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία πονά για τα παιδιά που χάθηκαν στα Τέμπη. Τα νιώθουμε σαν δικά μας παιδιά.
Οφείλουμε, όμως, να επιμείνουμε στο κράτος δικαίου και όχι να το ακυρώνουμε.
Υπάρχει λόγος που στις σύγχρονες δημοκρατίες έχουμε αποφασίσει συλλογικά ότι το θύμα ενός εγκλήματος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα κατήγορος, δικαστής και τιμωρός. Διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με αυτοδικία και οχλοκρατία. Όχι με δημοκρατία.
Γι’ αυτό έχουμε αναθέσει αυτή την ιερή αποστολή στη Δικαιοσύνη. Όχι γιατί είναι αλάνθαστη, αλλά γιατί είναι ο μόνος δρόμος που εγγυάται αλήθεια, νηφαλιότητα, τις αναγκαίες αποστάσεις από κατήγορους και κατηγορούμενους, λογοδοσία των δικαστών και δικαιώματα για όλους.
Καμία δημοκρατία δεν είναι τέλεια. Η ασύλληπτη τραγωδία στην Ελβετία μας θύμισε με τον πιο τραγικό τρόπο ότι ακόμη και οι πιο οργανωμένες χώρες μπορούν να πέσουν θύμα του ανθρώπινου λάθους ή της πλημμελούς εφαρμογής των πρωτοκόλλων ασφαλείας.
Οι συνομωσιολογίες είναι γέννημα αυτής ακριβώς της απολύτως ανθρώπινης αδυναμίας να διαχειριστεί και να ερμηνεύσει το αδιανόητο.
Ό,τι ακούγεται στις «πλατείες της οργής» για κρεμάλες και συνοπτικές καταδίκες δεν ανήκει στο δημοκρατικό μας πολίτευμα. Τα ξαναζήσαμε υπό το φως άλλων εθνικών τραγωδιών την περασμένη δεκαετία, είδαμε στην πράξη τα αδιέξοδα στα οποία μας οδήγησαν. Ανήκουν σε αυταρχικά καθεστώτα, όπου η οργή υποκαθιστά τη δικαιοσύνη. Και σε αυτό δεν μπορούμε, δεν πρέπει να επιστρέψουμε.
Υπάρχουν απώλειες στη ζωή που οι λέξεις δύσκολα αγγίζουν. Η απώλεια ενός παιδιού είναι μία από αυτές. Είναι αφύσικη. Είναι αβάσταχτη. Είναι σαν να σπάει ο ίδιος ο κόσμος στα δύο.
Ναι, το πένθος μπορεί να σε νεκρώσει. Μπορεί όμως και να μας βαθαίνει ως ανθρώπους. Να βαθαίνει την αυτογνωσία μας. Τις σχέσεις μας με τους άλλους και τον εαυτό μας. Την κατανόησή μας για την αγάπη.
Η οδύνη μπορεί —χωρίς να το ζητάμε— να γίνει δάσκαλος. Να μας ξυπνήσει σε μια βαθύτερη συνείδηση. Να μας φέρει αντιμέτωπους με το τι έχει πραγματικά αξία. Στο σκοτάδι μπορεί να γεννηθεί μια νέα τρυφερότητα. Μια βαθύτερη ευγένεια προς τη ζωή και τους άλλους.
Εν τέλει, η αλήθεια είναι μία: το τραύμα μένει. Ο πόνος δεν εξαφανίζεται. Δεν θεραπεύεται, όμως, με την οργή. Ούτε με την ισοπέδωση των πάντων.
Ο πόνος αντιμετωπίζεται μόνο με τη μνήμη, τον σεβασμό στους θεσμούς και τη Δικαιοσύνη, τη συλλογική και ατομική προσπάθεια να γίνουμε καλύτεροι, μαθαίνοντας από τα λάθη μας, ώστε να μη ζήσουμε ποτέ ξανά τέτοιες τραγωδίες.
Ανήμερα των Φώτων, στην αυγή μιας νέας χρονιάς που όλοι θέλουμε να είναι καλύτερη από την προηγούμενη, εύχομαι από καρδιάς σε όλες και όλους καλή φώτιση, περισσότερη αυτογνωσία και ειλικρίνεια, και λιγότερη λήθη.
Η μη λήθη είναι και ο πιο σίγουρος δρόμος προς την αλήθεια αλλά και τη συλλογική και ατομική προκοπή όλων.»