Στην ανάπτυξη και επιτυχή δοκιμή μιας νέας, σαφώς πιο ενισχυμένης, έκδοσης του βαλλιστικού πυραύλου Tayfun προχώρησε η Τουρκία, με στόχο να τροποποιήσει τις στρατηγικές ισχύος στην ευρύτερη περιοχή μας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία που έχουμε, ο πύραυλος διαθέτει ακτίνα δράσης που φτάνει τα 2.500 χιλιόμετρα και ταχύτητα καθόδου που αγγίζει τα 8 Mach, χαρακτηριστικά που τον κατατάσσουν σε μια ιδιαίτερα απειλητική κατηγορία οπλικών συστημάτων για τη χώρα μας. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται σημαντικό ορόσημο για την τουρκική αμυντική βιομηχανία, καθώς επιβεβαιώνει τη σταθερή πρόοδο που καταγράφει τα τελευταία χρόνια στον τομέα των πυραυλικών τεχνολογιών και βέβαια οδηγεί σε επανεξέταση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος.
Η επιχειρησιακή σημασία του νέου Tayfun είναι άμεση και καθοριστική για τη χώρα μας, καθώς το σύνολο της ελληνικής επικράτειας βρίσκεται πλέον εντός του θεωρητικού του βεληνεκούς. Από τα νησιά του Ιονίου έως το ανατολικό Αιγαίο, ακόμη και περιοχές που μέχρι πρότινος θεωρούνταν εκτός άμεσου κινδύνου, όπως η Κέρκυρα και τα Διαπόντια Νησιά, μπορούν να αποτελέσουν στόχους. Η ακρίβεια του συστήματος, με εκτιμώμενη ακτίνα κυκλικού σφάλματος περίπου 70 μέτρων, αυξάνει περαιτέρω την απειλή, καθώς επιτρέπει την πρόκληση σοβαρών επιχειρησιακών επιπτώσεων σε κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Στρατιωτικές πηγές επισημαίνουν ότι ένα τέτοιο πλήγμα, ακόμη και χωρίς εκτεταμένες καταστροφές, θα μπορούσε να αδρανοποιήσει σε κρίσιμες ώρες βασικές αεροπορικές υποδομές μας. Μονάδες και βάσεις της Πολεμικής Αεροπορίας, όπως αυτές στην Ελευσίνα, τη Λάρισα και την Τανάγρα, θα μπορούσαν να τεθούν προσωρινά εκτός λειτουργίας, επηρεάζοντας με αυτόν τον τρόπο την ικανότητα άμεσης αντίδρασης. Στο ίδιο πλαίσιο, αυξημένη ανησυχία προκαλεί και η προοπτική στοχοποίησης της Ανδραβίδας, όπου αναπτύσσεται η νέα βάση για τα αμερικανικά μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 που θα παραλάβουμε από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση στρατηγικής πίεσης.
Μπροστά σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η συζήτηση για την επάρκεια των υφιστάμενων ελληνικών δυνατοτήτων επανέρχεται και δη με μεγαλύτερη ένταση. Ο εξοπλισμός με συστήματα που διαθέτουν εμβέλειες της τάξης των 300 χιλιομέτρων θεωρείται πλέον ανεπαρκής για την αντιμετώπιση μιας απειλής τέτοιου μεγέθους. Ακόμα και προηγμένα όπλα που βρίσκονται ήδη σε υπηρεσία, όπως οι πύραυλοι SCALP EG που εκτοξεύονται από τα μαχητικά μας Mirage 2000-5 και Rafale και έχουν εμβέλεια περίπου 500 χιλιομέτρων, αξιολογούνται ως περιορισμένης αποτελεσματικότητας σε ένα περιβάλλον όπου ο αντίπαλος διαθέτει πολλαπλάσια ακτίνα πλήγματος.
Έτσι λοιπόν, στο επίκεντρο της συζήτησης των επιτελών του Πενταγώνου τίθεται πλέον η ανάγκη απόκτησης ή ανάπτυξης πυραυλικών συστημάτων cruise και βαλλιστικών πυραύλων με σαφώς μεγαλύτερες ακτίνες δράσης, που θα μπορούσαν να φτάνουν ακόμη και τα 2.000 χιλιόμετρα. Η δυνατότητα πλήγματος στόχων σε βάθος της τουρκικής ενδοχώρας θεωρείται από αναλυτές κρίσιμος παράγοντας αποτροπής, ικανός να επαναφέρει μια στοιχειώδη ισορροπία ισχύος. Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποιούν, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε καθεστώς διαρκούς στρατηγικής ομηρίας, με περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης σε μια κρίση υψηλής έντασης.
Ο βαλλιστικός πύραυλος Tayfun αποτελεί το πιο εκτεταμένο εγχώριας ανάπτυξης πυραυλικό σύστημα που έχει παρουσιάσει η Τουρκία μέχρι σήμερα. Αναπτύσσεται από την κρατική αμυντική βιομηχανία Roketsan και έχει δοκιμαστεί σε βολές που σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, έχουν ξεπεράσει τα 560 χιλιόμετρα, ξεφεύγοντας από τα όρια των παραδοσιακών τακτικών πυραύλων της χώρας – πολλώ δε μάλλον όταν η ακτίνα δράσης φθάνει πλέον τα 2.500 χιλιόμετρα (σ.σ. για να έχετε μια εικόνα, ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι σε ευθεία γραμμή, η απόσταση από τα παράλια της Σμύρνης έως την Αθήνα, δεν ξεπερνά τα 320 χιλιόμετρα). Ο σχεδιασμός του είναι τέτοιος ώστε να επιτρέπει «βαθιά πλήγματα», με υψηλή ταχύτητα που το κατατάσσει στην κατηγορία των υπερηχητικών/υπερηχητικά κινητοποιούμενων πυραύλων, καθιστώντας δυσχερή την αναχαίτισή του από υπάρχοντα συστήματα αεράμυνας. Κατασκευάζεται με κινητήρα στερεού καυσίμου και εκτοξεύεται από ευέλικτους, τροχοφόρους εκτοξευτές, προσφέροντας τόσο αυξημένη κινητικότητα όσο και δυνατότητα λειτουργίας σε όλες τις καιρικές συνθήκες. Η καθοδήγηση του συστήματος συνδυάζει αδρανειακή πλοήγηση με υποστήριξη από δορυφορικά συστήματα όπως GPS και GLONASS, επιδιώκοντας υψηλή ακρίβεια στη στόχευση.