Σημάδια ωρίμανσης, αλλά όχι ανατροπής της ανοδικής πορείας, εμφανίζει η αγορά ακινήτων στις αρχές του 2026. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει επιβράδυνση στους ρυθμούς αύξησης των τιμών των κατοικιών, χωρίς όμως να διαπιστώνει ουσιαστική αποκλιμάκωση των αξιών, καθώς η περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών εξακολουθεί να συντηρεί τις πιέσεις στην αγορά.
Η εικόνα που αποτυπώνεται στην έκθεση της ΤτΕ για τη Νομισματική Πολιτική 2026 είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, το επενδυτικό ενδιαφέρον, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό, παραμένει ενεργό, με επίκεντρο τις κατοικίες αλλά και τα επαγγελματικά ακίνητα υψηλών προδιαγραφών. Από την άλλη, το αυξημένο κόστος κατασκευής, οι δυσκολίες στην ανάπτυξη νέων έργων και οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών των διαμερισμάτων διαμορφώθηκε στο 5,7% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 7,5% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η Θεσσαλονίκη και οι υπόλοιπες περιοχές της χώρας καταγράφουν υψηλότερους ρυθμούς αύξησης των τιμών σε σχέση με την Αθήνα.

Έλλειψη προσιτών κατοικιών
Την ίδια στιγμή, η έλλειψη σύγχρονων και προσιτών κατοικιών εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση της αγοράς. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα νέων ακινήτων στρέφει σημαντικό μέρος της ζήτησης προς παλαιότερες κατοικίες ή σε περιοχές χαμηλότερου κόστους, χωρίς όμως να ανακουφίζει ουσιαστικά το στεγαστικό πρόβλημα.
Σε πτωτική τροχιά η Golden Visa
Στο επενδυτικό μέτωπο, οι αντιφατικές εξελίξεις συνεχίζονται. Οι ξένες άμεσες επενδύσεις στην αγορά ακινήτων αυξήθηκαν σημαντικά το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ αντίθετα οι αιτήσεις για το πρόγραμμα Golden Visa υποχώρησαν περισσότερο από 50%, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην αυστηροποίηση των προϋποθέσεων του προγράμματος.
Παράλληλα, η οικοδομική δραστηριότητα εμφανίζει έντονη ανάκαμψη σε σχέση με το ιδιαίτερα αδύναμο ξεκίνημα του 2025, όταν η αβεβαιότητα γύρω από το κανονιστικό πλαίσιο του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού είχε επιβραδύνει την έκδοση αδειών και την έναρξη νέων έργων. Ωστόσο, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος της φετινής ανόδου αντανακλά τη χαμηλή βάση σύγκρισης και όχι μια μόνιμη αλλαγή τάσης.
Παρά τη μικρή επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης, το κόστος κατασκευής εξακολουθεί να παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, έχοντας αυξηθεί σωρευτικά σχεδόν κατά 28% σε σχέση με το 2021. Το στοιχείο αυτό αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που περιορίζουν την ανάπτυξη νέων κατοικιών και διατηρούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Επαγγελματικά ακίνητα
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στα επαγγελματικά ακίνητα, όπου η ζήτηση επικεντρώνεται σε σύγχρονους, ενεργειακά αποδοτικούς χώρους γραφείων, ξενοδοχείων, αποθηκών και logistics, ενώ οι επενδυτές απομακρύνονται σταδιακά από παλαιότερα ακίνητα χαμηλών προδιαγραφών.
Για το επόμενο διάστημα, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η αγορά θα συνεχίσει να κινείται με θετικούς αλλά πιο συγκρατημένους ρυθμούς. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις στο ενεργειακό και κατασκευαστικό κόστος, καθώς και η επίμονη ανεπάρκεια προσφοράς νέων κατοικιών, διατηρούν το στεγαστικό ζήτημα στην κορυφή των οικονομικών προκλήσεων. Όπως επισημαίνεται, η ουσιαστική αποκλιμάκωση των πιέσεων θα απαιτήσει ενίσχυση της προσφοράς, απλοποίηση των διαδικασιών ανάπτυξης ακινήτων και ενεργοποίηση του ανεκμετάλλευτου κτιριακού αποθέματος.