Χωρίς τέλος φαίνεται να είναι η υπόθεση των «μπόνους» στους συντελεστές δόμησης του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού, καθώς – παρά τις κινήσεις της κυβέρνησης για να κλείσει το θέμα με νέο κανονιστικό πλαίσιο – η σύγκρουση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση παραμένει ανοιχτή και, όπως δείχνουν οι εξελίξεις, τείνει να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Δήμοι και κεντρικό κράτος βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι σε δύο παράλληλα πεδία: αφενός στο καθεστώς εφαρμογής των κινήτρων έξτρα δόμησης και αφετέρου στο σχέδιο μεταφοράς των Υπηρεσιών Δόμησης (ΥΔΟΜ) από τους δήμους στο Κτηματολόγιο, κίνηση που αυτοδιοικητικοί παράγοντες αντιμετωπίζουν ως σαφή ένδειξη συγκεντροποίησης κρίσιμων αρμοδιοτήτων.
Στο πρώτο μέτωπο, νέος κύκλος προσφυγών στο Συμβούλιο της Επικρατείας παίρνει τη σκυτάλη από τις προηγούμενες δικαστικές διαμάχες. Τις τελευταίες ημέρες κατατέθηκαν αιτήσεις ακύρωσης από τους δήμους Αλίμου, Φιλοθέης–Ψυχικού και Κηφισιάς, ενώ τη Δευτέρα αναμένεται να ακολουθήσουν επιπλέον προσφυγές από τον Δήμο Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης, κατοίκους της ίδιας περιοχής και – κατά πληροφορίες – από τον Δήμο Αμαρουσίου. Βασικός στόχος είναι να τεθεί εκτός εφαρμογής, ως αντίθετο με συνταγματικές αρχές, το νέο Προεδρικό Διάταγμα του ΥΠΕΝ, το οποίο επιχειρεί να ρυθμίσει το κρίσιμο σημείο των αδειών που έκαναν χρήση των «ευεργετημάτων» του ΝΟΚ.
Το επίμαχο ΠΔ προβλέπει ότι οικοδομικές άδειες που έχουν ακυρωθεί δικαστικά ή έχουν προσβληθεί και βρίσκονται σε εκκρεμείς δίκες, μπορούν υπό προϋποθέσεις να «διασωθούν» εφόσον στο κτίριο είχαν ξεκινήσει εργασίες έως τις 11 Δεκεμβρίου 2025. Για την τακτοποίηση ορίζεται η καταβολή ποσού ως «περιβαλλοντικό ισοδύναμο», με το ύψος του να καθορίζεται από το ίδιο το διάταγμα.

Σύμφωνα με πηγές της αυτοδιοίκησης, η ρύθμιση αυτή δημιουργεί ένα νέο τοπίο, καθώς – όπως υποστηρίζουν – μεταφέρει το βάρος από τη δικαστική κρίση στη δυνατότητα συμμόρφωσης μέσω οικονομικής επιβάρυνσης. Στο ίδιο πλαίσιο, οι δήμοι εκφράζουν την ανησυχία ότι ανοίγει παράθυρο για την εκτέλεση αδειών που έχουν κριθεί προβληματικές, ενώ η τοπική διοίκηση μένει με περιορισμένα εργαλεία παρέμβασης, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου έχει ήδη κινηθεί δικαστικά. Κυβερνητικές πηγές, από την άλλη, επιμένουν ότι επιχειρείται να δοθεί «κανόνας» σε ένα μεταβατικό στάδιο, ώστε να αντιμετωπιστούν πραγματικές καταστάσεις επί του εδάφους και να αποφευχθούν νέες εμπλοκές στην αγορά.
Παράλληλα, στη «βαθιά» καρδιά της σύγκρουσης βρίσκεται το δεύτερο μέτωπο: οι πολεοδομίες. Η κυβερνητική απόφαση να μεταφερθεί η αρμοδιότητα έκδοσης οικοδομικών αδειών από τους δήμους στο κεντρικό κράτος, μέσω υπαγωγής των ΥΔΟΜ στο Κτηματολόγιο, παρουσιάζεται ως διοικητική μεταρρύθμιση που θα ενισχύσει τη διαφάνεια, θα μειώσει τις καθυστερήσεις και θα διασφαλίσει ενιαία εφαρμογή της νομοθεσίας. Ωστόσο, αυτοδιοικητικές πηγές τη θεωρούν πολιτική επιλογή που υποβαθμίζει θεσμικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση και απομακρύνει από τις πόλεις τον άμεσο έλεγχο μιας διαδικασίας που επηρεάζει καθοριστικά τον αστικό χώρο.
Με βάση τον σχεδιασμό του ΥΠΕΝ, από την 1η Ιουλίου αναμένεται να ξεκινήσουν οι πρώτες πολεοδομίες-πιλότοι υπό το Κτηματολόγιο, ενώ έως τον Ιανουάριο του 2027 προβλέπεται να έχει ολοκληρωθεί η μεταφορά του συνόλου των ΥΔΟΜ. Οι δήμοι, σε συνεργασία με την ΚΕΔΕ, ετοιμάζουν αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ μέσα στο επόμενο πεντάμηνο, επιδιώκοντας να διατηρήσουν τις πολεοδομίες υπό την «ομπρέλα» τους ή, τουλάχιστον, να μπουν σαφή θεσμικά όρια στη μεταφορά αρμοδιοτήτων.
Στο παρασκήνιο, αιρετοί παράγοντες υποστηρίζουν ότι οι δήμοι – παρά τις χρόνιες ελλείψεις σε προσωπικό – κατάφεραν να οργανώσουν τις ΥΔΟΜ και να ασκήσουν έλεγχο σε ζητήματα δόμησης, ενώ επισημαίνουν ότι το ζητούμενο είναι ενίσχυση και όχι αφαίρεση αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, επικαλούνται τη συνταγματική αρχή της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ και το τεκμήριο αρμοδιότητας για τοπικές υποθέσεις, υπογραμμίζοντας ότι κάθε μεταβίβαση προς το κεντρικό κράτος πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς και να γίνεται με σαφή νομοθετική βάση.
Η ΚΕΔΕ, μετά τις πρόσφατες επαφές της με τα συναρμόδια υπουργεία, έχει ήδη προαναγγείλει ότι θα κινηθεί νομικά εφόσον προχωρήσει η σχετική ρύθμιση, επιμένοντας ότι η έκδοση αδειών μπορεί να ασκείται αποτελεσματικότερα σε τοπικό επίπεδο, εφόσον οι υπηρεσίες στελεχωθούν και χρηματοδοτηθούν επαρκώς. Από την πλευρά της κυβέρνησης, η μεταφορά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο για ψηφιακό «one stop shop» στο ακίνητο, με στόχο απλοποίηση, ταχύτητα και καλύτερο έλεγχο.
Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα που σχηματίζεται είναι ότι τα δύο μέτωπα αλληλοτροφοδοτούνται: το ζήτημα των «μπόνους» δόμησης συναντά το ζήτημα του ελέγχου των αδειών, μετατρέποντας τη διαμάχη σε μια συνολική αντιπαράθεση για το ποιος χαράζει και ποιος εφαρμόζει τον πολεοδομικό σχεδιασμό της επόμενης μέρας.