Σκηνοθέτης και συγγραφέας της νέας γενιάς του θεάτρου, που ήρθε για να μείνει, ο Κωνσταντίνος Αβράμης εντυπωσιάζει με το βάθος της σκέψης του και τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες.

Μετά την επιτυχημένη παράσταση για τη ζωή της Εύας Πάλμερ, επιστρέφει στο φουαγιέ του ΔΘΠ για να μιλήσει με τρυφερότητα για ένα «δύσκολο» θέμα, όπως οι μεταμοσχεύσεις καρδιάς. Ο «Παρείσακτος» κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη 7 Μαΐου και έχει την υποστήριξη του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και του Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων.

Το Newsbeast μίλησε με τον Κωνσταντίνο Αβράμη και πήρε μια πρώτη γεύση για όσα θα δούμε.

– Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να καταπιαστείτε με το θέμα της μεταμόσχευσης καρδιάς στον «Παρείσακτο»;

Όλα ξεκίνησαν από το ίδιο το κείμενο του Jean-Luc Nancy. Ο Γάλλος φιλόσοφος έχει διανύσει σε αυτό το βιβλίο όλη την απόσταση ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και το φιλοσοφικό δοκίμιο. Υπό το πρίσμα του, η ιατρική διαδικασία ανάχθηκε σε ένα ζήτημα πολιτισμού, σαν το διακύβευμα να μην είναι ένα όργανο, αλλά η ίδια η δυνατότητα φιλοξενίας του Ξένου.

– Πώς προσεγγίσατε δραματουργικά ένα τόσο λεπτό και υπαρξιακό ζήτημα;

Χρειάστηκαν πολλές, πολλές συζητήσεις, δισταγμοί, αναπροσαρμογές και αποστασιοποιήσεις. Αλλά το ζητούμενο ήταν καθαρό εξ αρχής: χρειαζόταν να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην πραγματική εμπειρία και τον εφιάλτη που έχει, ίσως, στον νου του κάποιος που δεν έχει εμπλακεί με αυτήν την ιστορία. Μία πυξίδα που φάνηκε χρήσιμη ήταν το κοινό: θελήσαμε να φτιάξουμε μία παράσταση που θα αποτελεί ταυτόχρονα αναφορά για όσους έχουν το αντίστοιχο βίωμα και καταβύθιση για όσους το αγνοούν. Κι αυτά χωρίς να παραιτούμαστε από ένα πρόταγμα αισθητικής και τεχνικής αρτιότητας.

– Ο τίτλος «Παρείσακτος» τι σηματοδοτεί για εσάς σε σχέση με το σώμα και την ταυτότητα;

Παραδόξως, προσέρχομαι στον τίτλο αυτό εντελώς ιδιοσυγκρασιακά. Ως Παρείσακτο δεν μπορώ να αντιληφθώ κανέναν πέρα από τον εαυτό μου. Εγώ είμαι αυτός που επωφελείται, βαραίνει, παρασιτεί· ποτέ ο Άλλος. Αυτός που έχει ανάγκη είναι ένας άνθρωπος ιερός· ποιος φέρει την ευθύνη; Ποιος ολιγωρεί και διασκεδάζει ενώ θα μπορούσε να προσφέρει; Εγώ. Αλλά τι σημαίνει «εγώ»; Η ταυτότητα αποτελεί για μένα μία λέξη ολότελα παραπλανητική, ίσως να είναι το μείζον πρόβλημα των φιλοσοφιών μας. Δεν υπάρχουν ταυτότητες. Και όταν καταφέρουμε να τις καταρρίψουμε, τότε θα πάψουν να υπάρχουν και «παρείσακτοι».

– Τι σας συγκλόνισε περισσότερο μέσα από τις συνεντεύξεις με ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό;

Ο σεβασμός τους προς την ελευθερία του άλλου. Και η ευθύνη που φέρουν, ακόμα κι ενώπιον ενός ασθενούς που φέρεται με αγνωμοσύνη. Οι άνθρωποι αυτοί ενσαρκώνουν το πιο ποιητικό και μεγαλειώδες επίτευγμα της επιστήμης. Κι όμως, η κοινή ζωή, οι καθημερινοί φόβοι ξεγλιστρούν μέσα από χαραμάδες και παρεισφρέουν μέσα στους αποστειρωμένους θαλάμους.

– Υπήρξε κάποιο στοιχείο της έρευνας που άλλαξε ριζικά την αρχική σας καλλιτεχνική προσέγγιση;

Το πόσο αδιάβλητο και αξιόπιστο είναι το σύστημα των μεταμοσχεύσεων. Όταν ξεκινήσαμε πριν από έναν χρόνο, σχεδιάζαμε μία τελείως διαφορετική παράσταση, που θα μιλούσε (νομίζαμε) για τα κακώς κείμενα και την επίδραση της ιδιωτικοποίησης. Παραδόξως, όσο κι αν το υπόλοιπο ΕΣΥ εκποιείται, οι μεταμοσχεύσεις έχουν το προνόμιο να παραμένουν ένα πεδίο άξιο πλήρους και τυφλής εμπιστοσύνης. Καμία ιδιωτική συναλλαγή, καμία υποβάθμιση, κανένα κόστος για τον ασθενή. Χάρη στη ρομαντική εικόνα που έχουμε στον δημόσιο διάλογο και χάρη στο τόσο περίπλοκο σύστημα κατάταξης και περίθαλψης των ασθενών, πρόκειται για έναν μηχανισμό φερέγγυο, αδιάβλητο. Πράγμα απροσδόκητο για όποιον έχει κάποια εμπειρία από άλλα ελληνικά νοσοκομεία. Οπότε, αναπροσαρμοστήκαμε.

– Είναι ο «Παρείσακτος» περισσότερο μια εμπειρία παρηγοριάς ή μια εμπειρία αναμέτρησης;

Για μας, η παράσταση λειτουργεί ως ένα τοπίο, ένα πεδίο αμφίθυμης συνάντησης με το θέμα των μεταμοσχεύσεων. Όπως κάθε έργο τέχνης, δεν μπορεί παρά να ανακλά την ίδια την πρόθεση και την κατάσταση του θεατή. Αν, λόγου χάρη, έχω ένα πρόσφατο πένθος ή αν φοβάμαι τον θάνατο, θα δω την παράσταση τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι αν έχω μόλις δεχθεί ένα μόσχευμα ή αν είμαι γιατρός. Αυτή η πολυπρισματικότητα φέρει κάτι το συγκινητικό· τα έργα είναι οργανισμοί που δεν πρέπει να υποτάσσονται στη βούλησή μας και τις μικροπολιτικές αποφάσεις μας. Οι μεταμοσχεύσεις είναι ένας τρόπος να αξιοποιούμε τα όργανα των εγκεφαλικά νεκρών και να προεκτείνουμε τη ζωή των ασθενών. Αν αυτό κάποιον τον συγκινεί, ας συγκινηθεί. Αν τον οργίζει, ας οργιστεί. Αφού δεν μπορούμε να προσαρμόζουμε την πραγματικότητα κατά την αρέσκεια και την ιδιοτροπία του καθενός, γιατί να προσαρμόζουμε την τέχνη;

Η παράσταση

Αντλώντας έμπνευση από το ομώνυμο βιβλίο του Jean-Luc Nancy, και ακολουθώντας τη ροή της εξομολόγησης του Γάλλου φιλοσόφου, ο Κωνσταντίνος Αβράμης συνθέτει μία αφήγηση για την πιο προσωπική, την πιο ανθρώπινη ανταλλαγή: την αντικατάσταση μιας νοσούσας καρδιάς. Πως είναι να μαθαίνει κανείς ότι η καρδιά του περιέρχεται σταδιακά σε αχρηστία; Πόσο διαρκεί η αναμονή για την εύρεση συμβατού δότη; Πως γίνεται η ιερή, τελετουργική διαδικασία της μεταμόσχευσης και τι ονειρεύεται ο ασθενής όσο κοιμάται στο νοσοκομειακό του δωμάτιο;

Κατά τη διαδικασία της καλλιτεχνικής έρευνας, σταχυολογήθηκε υλικό από πρωτογενείς και δευτερογενείς επιστημονικές πηγές, συνεντεύξεις με εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς και από πτυχιακή έρευνα που διενεργήθηκε σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο Κρήτης σχετικά με τον κοινωνικό και ψυχολογικό αντίκτυπο των μεταμοσχεύσεων καρδιάς.

Συντελεστές
Δραματουργία, σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Αβράμης
Μουσική σύνθεση: Θοδωρής Οικονόμου
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Επί σκηνής: Γιώργος Γκιόκας, Κώστας Γκόζιας, Ναταλία Λουιζάκη, Ελένη Νιωτάκη και ο μουσικός Θοδωρής Οικονόμου

Πρεμιέρα: Πέμπτη 7 Μαΐου μέχρι την Κυριακή 31 Μαΐου 2026
Παραστάσεις: Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 20:30 και Κυριακή στις 19:00
Προπώληση: more.com
Στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά (Λεωφ. Ηρ. Πολυτεχνείου 32)