Η αλήθεια είναι πως εδώ και καιρό προγραμμάτιζα να επισκεφθώ την εντυπωσιακή έκθεση «Van Gogh: The Immersive Experience», η οποία είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στο μεγάλο Ολλανδό ζωγράφο, Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Είχα ακούσει πολλά από γνωστούς και φίλους, αλλά δεν είχα βρει τον χρόνο να μεταβώ. Τελικά, τα κατάφερα μόλις χθες. Έτσι, βρέθηκα στο Ολυμπιακό Κέντρο του Γουδή (κτήριο Β02), γύρω στις 15:00 το μεσημέρι.
Η ουρά στην είσοδο ήταν ομολογουμένως μεγάλη, δείγμα πως το ευρύ κοινό έχει αρχίσει εμφανώς να εκτιμά και πάλι τις καλές τέχνες. «Καθημερινά μας επισκέπτονται εκατοντάδες άτομα. Οικογένειες, σχολεία, ζευγάρια, άνθρωποι κάθε ηλικίας. Από τα μέσα Οκτωβρίου που ξεκινήσαμε έως σήμερα, το ενδιαφέρον του κόσμου συνεχίζεται αμείωτο. Κι ακριβώς λόγω αυτής της αθρόας προσέλευσης, θα λειτουργήσουμε τουλάχιστον έως τα τέλη Μαρτίου, και βλέπουμε» μας λέει ο υπεύθυνος της έκθεσης και ιδιοκτήτης της Placebo Events, Βασίλης Ζαρκαδούλας.
Γνώριζα κάποια πράγματα για την πολυτάραχη ζωή του μεταϊμπρεσιονιστή καλλιτέχνη που κατά τη διάρκεια του βίου του κατάφερε να πουλήσει μόλις… έναν πίνακα αλλά στις μέρες μας δημοπρατείται έως και 82.500.000 δολάρια ο καθένας, ωστόσο η έκθεση σου δίνει την ευκαιρία να μάθεις πολλά περισσότερα για εκείνον. Να εντρυφήσεις σε έργα του, να μάθεις τον αλλοπρόσαλλο τρόπο που σχεδίαζε, να δεις τοίχους που πάλλονται με τα μοτίβα του και πατώματα ν’ αλλάζουν χρώματα. Από το σκληρό μπλε και μαύρο που με στροβιλιζόμενες πινελιές μας έδωσαν το θαυμάσιο έργο της «Έναστρης Νύχτας», μέχρι το χρυσό φως των «Ηλιοτρόπιων» που τόσο πολύ του άρεσε να αποτυπώνει.
Η μαγεία του Δωματίου Εικονικής Πραγματικότητας

Επειδή η έκθεση όμως ενέχει και διαδραστικό χαρακτήρα, ο επισκέπτης ταξιδεύει νοητά στον χρόνο μπαίνοντας μέσα σε πολλούς διάσημους πίνακες που κυριολεκτικά ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια σου. Ειδικότερα, οι ιθύνοντες έχουν στήσει ένα Δωμάτιο Εικονικής Πραγματικότητας (VRRoom) όπου φορώντας ειδικά γυαλιά, περιδιαβαίνεις τα τοπία που ζωγράφισε ο Βαν Γκογκ. Εισέρχεσαι σε έναστρες νύχτες, σε αγρούς της Προβηγκίας, σε γαλήνιες όχθες, σε δρόμους και καφενεία του 19ου αιώνα… Χάρις στην τεχνολογία, όλα μπορείς να τα δεις κατά 360 μοίρες. Κοιτάς δηλαδή πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά και νιώθεις ότι δεν μπορείς να αποδράσεις από τον χώρο. Αυτό θα το κάνεις μόνο εάν αφαιρέσεις από το κεφάλι τα γυαλιά εικονικής πραγματικότητας που σου βάζουν. Μέχρι τότε, ταξιδεύεις σε μέρη μακρινά που έχει αποτυπώσει με τα πινέλα και τη δική του ψυχογραφική ματιά ο διάσημος καλλιτέχνης.

Εξίσου αξιοσημείωτη είναι η επονομαζόμενη «Κρεβατοκάμαρα στην Αρλ», που πρωτοφιλοτέχνησε ο Βαν Γκογκ στον καμβά τον Οκτώβριο του 1888 (σ.σ. την ξαναζωγράφισε άλλες δύο φορές). Το άμεσο περιβάλλον του Ολλανδού καλλιτέχνη που ισορροπούσε μεταξύ σχιζοφρένειας και ιδιοφυΐας, αποτελούσε πάντοτε ισχυρή πηγή έμπνευσης. Αυτό λοιπόν ίσχυσε και για το Κίτρινο Σπίτι στην Αρλ της Γαλλίας, όπου έζησε από το 1888 έως τον Μάιο του 1889 και στο οποίο δημιούργησε το πρώτο του ατελιέ. Παραβιάζοντας τους κανόνες της προοπτικής επιπέδωσε στην ελαιογραφία που φιλοτέχνησε το εσωτερικό του δωματίου, αφήνοντας κατά μέρος τις σκιές, ώστε η εικόνα να μοιάζει με τις ιαπωνικές εκτυπώσεις που τον ενέπνεαν. Ένα τέτοιο ίδιο δωμάτιο λοιπόν έχουν στήσει οι υπεύθυνοι της έκθεσης στον χώρο, όπου μπορείς να μπεις μέσα, να καθίσεις στις καρέκλες και στο κρεβάτι που είναι ίδια με αυτά που έχει αποτυπώσει ο πρόδρομος του εξπρεσιονισμού στον πίνακα, να στηθείς στον τοίχο δίπλα στο παράθυρο και να φωτογραφηθείς. Νιώθεις σαν να αποτελείς μέρος του έργου.
Περιοδεία σε 30 χώρες με πάνω από 12 εκατ. επισκέπτες

Η πολυδιάστατη έκθεση «Van Gogh: The Immersive Experience», που διοργανώνεται σε συνεργασία με την Exhibition Hub, έφθασε στην Ελλάδα αφού προηγουμένως επισκέφθηκε 35 μητροπόλεις σε πάνω από 30 χώρες, συγκεντρώνοντας περισσότερους από 12.000.000 επισκέπτες. Στη μεγαλύτερη από τις αίθουσες, 60 πολυκάναλοι προβολείς υψηλής ανάλυσης καλύπτουν τοίχους, κολώνες, πάτωμα και οροφή δημιουργούν ένα οπτικό περιβάλλον με τα περίπου 3.000 σχέδια του Βαν Γκογκ, που θα θυμάσαι για καιρό. Μπορείς επίσης να δεις μια τρισδιάστατη απόδοση του προθαλάμου της ψυχιατρικής κλινικής του Saint Paul de Mausole της νότιας Γαλλίας, που φιλοξενήθηκε το χρονικό διάστημα 1889-1890, ενώ στο εργαστήρι ζωγραφικής πρωταγωνιστές είναι τα παιδιά καθώς μπορούν να συμμετέχουν ενεργητικά, σχεδιάζοντας και χρωματίζοντας διάσημους πίνακες.
Οι πέντε ακριβότεροι πίνακες

Λίγοι καλλιτέχνες στην ιστορία έχουν φτάσει στη διεθνή φήμη του Βαν Γκογκ. Το έργο του προκαλεί φρενίτιδα στους συλλέκτες παγκοσμίως και οι πίνακές του πωλούνται σε τιμές που σπάνε ρεκόρ. Η δημοτικότητά του όμως εκτοξεύτηκε τις δεκαετίες μετά τον θάνατό του καθώς όσο ζούσε δεν είχε καμία αναγνώριση και σχεδόν μηδαμινή ζήτηση για τα όσα φιλοτεχνούσε. Χρησιμοποιούσε μονάχα μερικά από τα έργα του ως πληρωμή για λογαριασμούς, ενώ πούλησε όπως προαναφέραμε μόλις έναν πίνακα. Σήμερα όμως η πλειονότητα των πιο διάσημων έργων του βρίσκεται σε μουσεία ενώ κάποια από τα πολύτιμα έργα κοσμούν ιδιωτικές συλλογές.
Όπως μαθαίνουμε από την έκθεση, τα πιο ακριβοπληρωμένα έργα του είναι τα εξής:
Portrait du Docteur Gachet (82.500.000 δολάρια)
Πωλήθηκε από τον οίκο Christie’s στη Νέα Υόρκη το 1990. Το έργο απεικονίζει τον Dr. Paul Gachet, τον ομοιοπαθητικό γιατρό που φρόντιζε τον Βαν Γκογκ τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Ο μελαγχολικός γιατρός αποτυπώνεται να ακουμπά σε ένα τραπέζι, πάνω στο οποίο βρίσκονται βιβλία κι ένα κλαδάκι λουλουδιών. Όταν ο Βίνσεντ έγραψε στον αδελφό του Τεό για το έργο, περιέγραψε την έκφραση του γιατρού ως: «Λυπημένη αλλά ήπια, σαφής και ευφυής. Έτσι θα έπρεπε να γίνονται πολλά πορτρέτα…».
Laboureur Dans Un Champ (81.300.000 δολάρια)
Πωλήθηκε επίσης από τον οίκο Christie’s στη Νέα Υόρκη το 2017. Ο Βαν Γκογκ μετά από ένα ακόμη βίαιο επεισόδιο όπου πάλευε με τους «δαίμονές» του στο μυαλό του, δεν είχε ζωγραφίσει για δύο μήνες πριν δημιουργήσει το εν λόγω έργο. Η ρυθμική ροή του χωραφιού του πίνακα, διακόπτεται από έναν γεωργό που οργώνει τη γη. Ένας έντονος, λαμπρός ήλιος χτυπά πάν στο τοπίο.
Portrait de l’artiste sans barbe (78.000.000 δολάρια)
Πωλήθηκε από τον οίκο Christie’s στη Νέα Υόρκη το 1998. Πιστεύεται ότι είναι η τελευταία αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ. Ο πίνακας απεικονίζει τον καλλιτέχνη τον Σεπτέμβριο του 1889. Το καθαρά ζωγραφισμένο πρόσωπο δείχνει τον καλλιτέχνη φρεσκοξυρισμένο. Ο Βίνσεντ το χάρισε στη μητέρα του για τα γενέθλιά της.
L’Allee des Alyscamps (66.000.000 δολάρια)
Πωλήθηκε σε ιδιώτη συλλέκτη από τον οίκο Sotheby’s στη Νέα Υόρκη το 2015. Ζωγραφισμένος στην Αρλ το φθινόπωρο του 1888, τα φωτεινά, ρέοντα χρώματα απεικονίζουν τον κεντρικό δρόμο των Alyscamps. Η λεωφόρος είναι στολισμένη με ρωμαϊκούς σαρκοφάγους, που χρονολογούνται από την εποχή του Καίσαρα. Ο δρόμος, όπως τον κατέγραψε ο Βίνσεντ, σφύζει από κατοίκους που περπατούν.
Nature Morte, Vase Aux Marguerites Et Coquelicots (61.765.000 δολάρια)
Πωλήθηκε από τον οίκο Sotheby’s στη Νέα Υόρκη το 2014. Ο καλλιτέχνης απεικόνισε κόκκινα αγριολούλουδα να ξεπηδούν από ένα βάζο πάνω στο τραπέζι σε αυτόν τον πίνακα που φιλοτεχνήθηκε μέσα Ιουνίου του 1890, μετά την αποχώρησή του από το άσυλο του Σεν-Ρεμί.
Η πολυτάραχη ζωή του Βαν Γκογκ

Γεννήθηκε στην Ολλανδία το 1853 και πέθανε στη Γαλλία το 1890. Από πολύ νεαρή ηλικία ήταν έντονα συνειδητοποιημένος σχετικά με τα κοινωνικά προβλήματα και αφιέρωσε τον εαυτό του στη φροντίδα των φτωχών και των αρρώστων. Με μια τόσο ισχυρή κοινωνική συνείδηση, αρχικά ένιωσε ένα κάλεσμα προς τη θρησκευτική ζωή, αλλά τελικά δεν κατάφερε να γίνει πάστορας.
Ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, απεικονίζοντας σκηνές από τη ζωή των ανθρακωρύχων στην περιοχή Μπορινάζ της Βαλλονίας κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1870. Εκεί έκανε τα πρώτα του σχέδια και τις καλλιτεχνικές του μελέτες, τις οποίες γνωρίζουμε σήμερα χάρη στην εκτενή του αλληλογραφία (έχουν σωθεί 844 επιστολές, εκ των οποίων οι 652 απευθύνονται στον αδελφό του, Τεό).
Πολλά ταξίδια στο Παρίσι κατά την περίοδο αυτή του έδωσαν την ευκαιρία να απολαύσει την πλούσια καλλιτεχνική ζωή της πόλης και να επισκεφθεί μουσεία και γκαλερί τέχνης.
Κατά την επιστροφή του στην Ολλανδία, το κλίμα και τα τοπία τον επηρέασαν, χρωματίζοντας τους καμβάδες του με σκοτεινές, γήινες αποχρώσεις, ενώ ζωγράφισε και τις πρώτες του νεκρές φύσεις. Πέρασε δύο χρόνια στο Παρίσι, όπου συνάντησε και εμπνεύστηκε από τους καλύτερους ζωγράφους του ιμπρεσιονιστικού κινήματος. Ελκυόμενος από τη φωτεινή φύση των νότιων ουρανών και τα ζεστά χρώματα, κατευθύνθηκε στον νότο της Γαλλίας, αποφασίζοντας να εγκατασταθεί στην Αρλ. Ζωγράφισε σκηνές της καθημερινής ζωής στην Προβηγκία. Η φωτεινή χρωματική παλέτα και το στυλ του, βυθίζουν τον θεατή η συνθέσεις του.
Τα προβλήματα ψυχικής υγείας που τον ταλαιπωρούσαν σε όλη του τη ζωή (επιληψία και σχιζοφρένεια) έγιναν πιο συχνά και πιο έντονα. Οι πίνακές του φέρουν τα σημάδια της ασταθούς και βασανισμένης προσωπικότητάς του. Η υπερβολική χρήση καπνού και αλκοόλ, η κούραση και τα προβλήματα υγείας επιδείνωσαν την κατάστασή του σε τέτοιο βαθμό που ένα βράδυ, κατά τη διάρκεια ενός καβγά με τον φίλο του, ζωγράφο Γκωγκέν, έκοψε το ίδιο του το αυτί. Μετά από αυτό το γεγονός, επέλεξε να εισαχθεί σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς. Το ίδρυμα βρισκόταν σε απομακρυσμένη περιοχή, περιτριγυρισμένο από σιτοχώραφα, αμπέλια και ελαιώνες, τα οποία έγιναν θέματα για πολλούς από τους πίνακές του. Ο Βαν Γκογκ υπέφερε από πολλαπλές καταστροφικές επιληπτικές κρίσεις που τον εμπόδιζαν να δουλέψει, αφήνοντάς τον καθηλωμένο στο κρεβάτι για εβδομάδες. Αφού ανάρρωσε, αποφάσισε να συναντήσει τον αδελφό του στο Παρίσι και να μετακομίσει στο προάστιο Όβερς. Το 1890 ο Βίνσεντ επέστρεψε τελικά στο Παρίσι, όπου ζωγράφισε τους τελευταίους πίνακές του. Έδωσε τέλος στη ζωή του καθώς φέρεται να αυτοπυροβολήθηκε στο στομάχι (σύμφωνα με μια άλλη θεωρία πυροβολήθηκε από δύο έφηβους), σε ηλικία μόλις 37 ετών.




