Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

«Η μικρή Ακίρα ήταν πάντα ένα παιδί που μάθαινε γρήγορα», λέει με υπερηφάνεια ο πατέρας της, Αλ Αμίν. Όπως θυμάται, ήδη από την ηλικία των έξι μηνών είχε πει τις πρώτες της λέξεις, ενώ λίγο μετά τα τέσσερα χρόνια είχε αρχίσει να μιλά και κάποιες αγγλικές λέξεις. Η φωνή του «σπάει» όταν μιλά για την κόρη του, εξηγώντας πως «δεν της έλειψε ποτέ η αγάπη και από τις δύο οικογένειες. Ήταν το στολίδι όλων».

Ο Αλ Αμίν, που ζει με την οικογένειά του στην πρωτεύουσα του Μπανγκλαντές, την Ντάκα, αναφέρει ότι η Ακίρα είχε κάνει όλα τα προβλεπόμενα εμβόλια, εκτός από εκείνο για την ιλαρά. Όπως λέει, την πήγαν τέσσερις φορές για να εμβολιαστεί. Τις δύο πρώτες φορές, το προσωπικό τούς είπε να επιστρέψουν επειδή το παιδί είχε κρυολόγημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι υγειονομικοί τους διαβεβαίωσαν ότι «δεν υπάρχει λόγος άγχους» και ότι το εμβόλιο μπορούσε να γίνει μέχρι την ηλικία των πέντε ετών. Την τρίτη και τέταρτη φορά, όπως καταγγέλλει, ενημερώθηκαν ότι το εμβόλιο δεν ήταν διαθέσιμο.

Στις 8 Μαρτίου, ο Αλ Αμίν μετέφερε την Ακίρα στο νοσοκομείο με συμπτώματα που πίστευε πως ήταν ένας συνηθισμένος πυρετός. Αρχικά παρουσίασε βελτίωση και επέστρεψε στο σπίτι, όμως στη συνέχεια εμφάνισε εξάνθημα, υψηλό πυρετό και πληγές στο στόμα. Όπως αναφέρει ο πατέρας της, η μικρή πήρε εξιτήριο και επανεισήχθη στο νοσοκομείο συνολικά πέντε φορές. Μόνο κατά την πέμπτη εισαγωγή ένας γιατρός ενημέρωσε την οικογένεια ότι επρόκειτο για ιλαρά.

Η Ακίρα τέθηκε σε μηχανική υποστήριξη, όμως τελικά πέθανε 27 ημέρες μετά την πρώτη εισαγωγή της στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας του Μπανγκλαντές, περισσότεροι από 500 ανήλικοι με επιβεβαιωμένα ή ύποπτα κρούσματα ιλαράς έχουν χάσει τη ζωή τους από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα.

Ιλαρά

Ο υπουργός Υγείας της χώρας δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι οι άδειες των γιατρών και των νοσηλευτών που περιθάλπουν ασθενείς με τον ιό έχουν ανακληθεί, ενώ η κυβέρνηση έχει ξεκινήσει μαζική εκστρατεία εμβολιασμού με στόχο να περιορίσει την εξάπλωση και να σωθούν ζωές.

Ο Αλ Αμίν δηλώνει ότι ο ίδιος και η σύζυγός του βασανίζονται ακόμη από τη σκέψη ότι η κόρη τους μπορεί να κόλλησε τον ιό μέσα στο νοσοκομείο. Όπως περιγράφει, «από την ουρά στο εκδοτήριο εισιτηρίων μέχρι την αίθουσα ακτινογραφιών υπήρχαν παντού ασθενείς με ιλαρά». Ο ίδιος εμφανίζεται οργισμένος, επειδή το παιδί του δεν κατάφερε να εμβολιαστεί, επειδή τα συμπτώματά της δεν εντοπίστηκαν έγκαιρα και επειδή, όπως πιστεύει, τα νοσοκομεία απέτυχαν να απομονώσουν τους ασθενείς με ιλαρά από τους υπόλοιπους.

Μέσα σε λίγο περισσότερο από δύο μήνες, τα ύποπτα κρούσματα ιλαράς στο Μπανγκλαντές έχουν ξεπεράσει τις 60.000, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της χώρας. Ο ακριβής αριθμός δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί, καθώς πολλές περιπτώσεις αναμένουν εργαστηριακά αποτελέσματα.

Η ιλαρά θεωρείται εξαιρετικά μεταδοτική νόσος και εξαπλώνεται γρήγορα μέσω του βήχα και του φτερνίσματος, ενώ είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη για ανεμβολίαστα παιδιά κάτω των πέντε ετών. Παράλληλα, υπάρχουν πολλές αναφορές για γονείς που δυσκολεύονται να βρουν χώρο νοσηλείας για τα άρρωστα παιδιά τους στα νοσοκομεία της χώρας.

Η UNICEF ανέφερε στο BBC ότι κατά τις επισκέψεις των ομάδων της διαπιστώθηκε πως πολλά νοσοκομεία ήταν υπερφορτωμένα. Όπως επισημαίνεται, εργαζόμενοι της οργάνωσης βοηθούν στην απομόνωση και διαλογή των παιδιών που φτάνουν σε νοσοκομεία όπου τέτοιες διαδικασίες δεν εφαρμόζονται επαρκώς.

Όταν οι τοπικές κλινικές αδυνατούν να βοηθήσουν, πολλοί πολίτες μετακινούνται προς τις μεγάλες πόλεις με την ελπίδα ότι τα εκεί νοσοκομεία θα μπορέσουν να προσφέρουν καλύτερη περίθαλψη. Ο δρ Μουστάκ Χουσάιν, πρώην επικεφαλής επιστημονικός αξιωματούχος του Ινστιτούτου Επιδημιολογίας, Ελέγχου Νοσημάτων και Έρευνας, εξηγεί ότι οι φτωχότεροι πολίτες συνήθως αποφεύγουν τα κρατικά νοσοκομεία μέχρι την τελευταία στιγμή, επειδή χρειάζεται να πληρώσουν για φάρμακα και εξετάσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, αν το σύστημα υγείας σε τοπικό επίπεδο διέθετε περισσότερους πόρους, θα απαιτούνταν λιγότερες επείγουσες νοσηλείες.

Η επικεφαλής της UNICEF στο Μπανγκλαντές, Ράνα Φλάουερς, χαρακτήρισε την κατάσταση ως «τέλεια καταιγίδα». Όπως εξήγησε σε συνέντευξη Τύπου, η υπηρεσία εντόπισε αρκετούς παράγοντες που αύξησαν τον κίνδυνο μετάδοσης, ανάμεσά τους θύλακες χαμηλού εμβολιασμού από το 2023, υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα σε περιοχές όπως η Ντάκα και το Κοξ Μπαζάρ, αλλά και τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμού λόγω εορτών.

Ωστόσο, ένα στοιχείο φαίνεται να ξεχωρίζει: οι καθυστερήσεις στην παραγγελία εμβολίων. Το 2024, η μακροχρόνια ηγέτιδα του Μπανγκλαντές, Σεΐχ Χασίνα, εγκατέλειψε τη χώρα έπειτα από μαζικές διαδηλώσεις κατά της διακυβέρνησής της. Στη συνέχεια ορίστηκε μεταβατική κυβέρνηση και τον Φεβρουάριο του 2026 διεξήχθησαν εκλογές.

Η UNICEF αναφέρει ότι η μεταβατική κυβέρνηση αποφάσισε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο το Μπανγκλαντές προμηθευόταν εμβόλια, γεγονός που οδήγησε σε καθυστερήσεις στις παραγγελίες. Η Ράνα Φλάουερς αποκάλυψε ότι πραγματοποιήθηκαν δέκα ξεχωριστές συναντήσεις με τη μεταβατική κυβέρνηση, κατά τις οποίες η UNICEF προειδοποιούσε για τους κινδύνους που συνδέονται με τις καθυστερήσεις στην προμήθεια εμβολίων.

Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, «συναντήθηκα προσωπικά με τον μεταβατικό σύμβουλο και το προσωπικό του τουλάχιστον δέκα φορές. Τους έλεγα ότι ανησυχούμε και ότι κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν έλλειψη εμβολίων».

Από την πλευρά του, ο Μοχάμεντ Σαγεντούρ Ραχμάν, πρώην ειδικός σύμβουλος του μεταβατικού επικεφαλής για το υπουργείο Υγείας, ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «καμία αλλαγή δεν εφαρμόστηκε στη διαδικασία προμήθειας εμβολίων κατά τη διάρκεια της θητείας της μεταβατικής κυβέρνησης». Παράλληλα πρόσθεσε ότι διατηρήθηκε «σταθερή και συνεχής συνεργασία με τη UNICEF για ζητήματα που αφορούν τα εμβόλια».

Άλλοι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα κενά στους εμβολιασμούς που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας Covid-19 δεν καλύφθηκαν ποτέ. Ο δρ Χουσάιν εξηγεί ότι στο παρελθόν οι υγειονομικοί επισκέπτονταν τα σπίτια για να πείσουν τους γονείς να εμβολιάσουν τα παιδιά τους, όμως κατά τη διάρκεια της πανδημίας αποθαρρύνθηκαν από τέτοιες πρακτικές για να αποφευχθεί η μετάδοση του κορωνοϊού. Παράλληλα, αρκετοί γονείς φοβούνταν ότι θα μπορούσαν να κολλήσουν Covid εάν πήγαιναν τα παιδιά τους στο νοσοκομείο για εμβολιασμό.

Το Μπανγκλαντές ξεκίνησε επείγουσα εκστρατεία εμβολιασμού στις αρχές Απριλίου με τη βοήθεια διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων. Η UNICEF αναφέρει ότι η πρωτοβουλία αυτή έχει συμβάλει στη σταθεροποίηση των κρουσμάτων σε ορισμένες περιοχές που επλήγησαν περισσότερο και αποτέλεσαν τις πρώτες ζώνες προτεραιότητας για εμβολιασμό, ενώ παρατηρείται μείωση των νέων μολύνσεων.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ανάπτυξη ανοσίας μετά τον εμβολιασμό δεν είναι άμεση και απαιτείται χρόνος μέχρι να φανεί η πλήρης επίδραση της εκστρατείας σε εθνικό επίπεδο.

Ιλαρά

Ο υπουργός Υγείας και Οικογενειακής Πρόνοιας του Μπανγκλαντές, Σαρντάρ Σακχαουάτ Χοσάιν, δήλωσε στο BBC ότι αναμένει σύντομα πτώση των λοιμώξεων. Όπως ανέφερε, «χρειάζονται τρεις έως τέσσερις εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό για να δημιουργηθούν αντισώματα στα παιδιά. Περιμένουμε ότι από την επόμενη εβδομάδα, αν θέλει ο Θεός, τα κρούσματα θα αρχίσουν να μειώνονται».

Την ίδια ώρα, υπάρχουν ανησυχίες για πιθανή περαιτέρω εξάπλωση της νόσου κατά τη διάρκεια της εορτής του Έιντ, καθώς πολλές οικογένειες ταξιδεύουν για να συναντήσουν συγγενείς και φίλους. Ο δρ Χουσάιν προειδοποιεί ότι «χιλιάδες παιδιά θα ταξιδέψουν με τους γονείς τους από τις πόλεις στα χωριά και από τα χωριά στις πόλεις. Θα υπάρξει ανάμειξη παιδιών με πυρετό και με τον ιό».

Ο Σαρντάρ Σακχαουάτ Χοσάιν απέρριψε τις εκκλήσεις για κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο Μπανγκλαντές, υποστηρίζοντας ότι τα νοσοκομεία σε επίπεδο περιφερειών είναι «έτοιμα» και βοηθούν στην ενίσχυση των μονάδων εντατικής θεραπείας σε πιο απομακρυσμένες περιοχές.

«Δεν σκέφτομαι καθόλου την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Το Μπανγκλαντές μπορεί να το διαχειριστεί», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Την ίδια στιγμή, ο Αλ Αμίν συνεχίζει να μετρά τις ημέρες από τότε που έχασε την κόρη του. Όπως λέει, «σήμερα έκλαψα για περισσότερο από μία ώρα δίπλα στον τάφο της», ενώ αποκάλυψε ότι ο γιατρός του έχει χορηγήσει υπνωτικά χάπια.

«Έχω τόσο πολλές ερωτήσεις μέσα μου», καταλήγει.