Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η πολιτική αστάθεια που κυριαρχεί στη Βρετανία της δεκαετίας του 2020 θυμίζει ολοένα και περισσότερο τη γαλλική Τέταρτη Δημοκρατία, μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις κατέρρεαν διαδοχικά, οι μεγάλες αποφάσεις αναβάλλονταν και οι μεταρρυθμίσεις εξανεμίζονταν μπροστά στις πιέσεις οργανωμένων συμφερόντων. Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με ανάλυση του Guardian, δεν αφορά κάποιο μελλοντικό βιβλίο ιστορίας για τη σημερινή Βρετανία, αλλά τη Γαλλία από το 1946 έως το 1958, όταν το εξαντλημένο πολιτικό σύστημα παρέδωσε την εξουσία στον στρατηγό Σαρλ ντε Γκολ για να δημιουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων.

Στη Βρετανία, ο Κιρ Στάρμερ δεν φαίνεται διατεθειμένος να αποχωρήσει αθόρυβα, αλλά συνεχίζει να δίνει μάχη απέναντι σε μια πολιτική πραγματικότητα που μοιάζει ολοένα πιο ασταθής. Σύμφωνα με τον ιστορικό και συγγραφέα Άντονι Σέλντον, ο οποίος έχει μελετήσει την 300ετή ιστορία της πρωθυπουργίας στο βιβλίο «The Impossible Office?», «δεν υπήρξε ποτέ περίοδος σαν τη σημερινή». Παρότι υπήρξαν δεκαετίες τον 18ο και 19ο αιώνα όπου η Βρετανία άλλαζε πρωθυπουργούς με ταχύ ρυθμό, η διαδοχή έξι, και πιθανώς σύντομα επτά, πρωθυπουργών από το 2016 και μετά θεωρείται μοναδική, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι συνεχείς αλλαγές και στα υπόλοιπα κορυφαία κυβερνητικά αξιώματα.

Από τον Ντέιβιντ Κάμερον και την Τερέζα Μέι έως τον Μπόρις Τζόνσον, τη Λιζ Τρας, τον Ρίσι Σούνακ και τον Κιρ Στάρμερ, με το ενδεχόμενο να ακολουθήσει ακόμη και ο Άντι Μπέρναμ, η κυρίαρχη εντύπωση δεν είναι οι ουσιαστικές πολιτικές εξελίξεις, αλλά η αδιάκοπη αναταραχή. Ο πρώην γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, Γκας Ο’Ντόνελ, ο οποίος έζησε από κοντά τρεις μεταβάσεις εξουσίας, από τη Μάργκαρετ Θάτσερ στον Τζον Μέιτζορ, από τον Τόνι Μπλερ στον Γκόρντον Μπράουν και από τον Μπράουν στον Κάμερον, θυμάται πως ο Ντέιβιντ Κάμερον, πριν από τις εκλογές του 2010, τον ρώτησε τι θα μπορούσε να προσφέρει στη δημόσια διοίκηση. Η απάντηση ήταν απλή: υπουργούς που θα παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο ίδιο πόστο ώστε να κατανοούν σε βάθος το αντικείμενό τους.

Η συνεχής εναλλαγή προσώπων στην κορυφή της κυβέρνησης έχει άμεσες συνέπειες στη λειτουργία του κράτους. Ο Ο’Ντόνελ θυμάται χαρακτηριστικά ότι κάποια στιγμή υπήρξαν εννέα διαφορετικοί υπουργοί Συντάξεων μέσα σε μόλις πέντε χρόνια, την ώρα που το ασφαλιστικό απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και σταθερότητα. Κάθε νέος πρωθυπουργός επιδιώκει να διαμορφώσει το δικό του υπουργικό συμβούλιο, να ανταμείψει συμμάχους και να ελέγξει εσωκομματικές ισορροπίες, με αποτέλεσμα να αλλάζει μεγάλο μέρος της κυβέρνησης κάθε φορά που αλλάζει ο ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ.

Η Κάθ Χάντον από το Institute for Government προειδοποιεί ότι, αν και ορισμένοι πρωθυπουργοί πρέπει πράγματι να αποχωρούν όταν αποτυγχάνουν, η συνεχής απομάκρυνση ηγετών στερεί από τον εκάστοτε πρωθυπουργό τον απαραίτητο χρόνο για να μάθει, να κυβερνήσει και να ολοκληρώσει πολιτικά σχέδια. Όπως επισημαίνει, η αυξανόμενη ταχύτητα με την οποία οι πιεσμένοι πρωθυπουργοί οδηγούνται στην έξοδο έχει υποτιμήσει το κόστος που προκαλεί η ίδια η αστάθεια.

Το σύνθημα «Change» του Εργατικού Κόμματος αποδείχθηκε, σύμφωνα με την ανάλυση, ασαφές και ανεπαρκές. Παρ’ όλα αυτά, η πίεση που ασκείται σήμερα προς κάθε κατεύθυνση είναι υπέρ «ταχύτερων και λιγότερο σταδιακών αλλαγών». Ωστόσο, οι μεγάλες πολιτικές μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται μέσα από εντυπωσιακές ομιλίες, αλλά μέσω μακράς προετοιμασίας, διαβουλεύσεων, νομοθετικών αλλαγών και εξασφάλισης πόρων.

Η πολιτική επιβίωση συχνά απορροφά κάθε άλλη προτεραιότητα. Ο Ντέμιαν Γκριν, στενός σύμμαχος της Τερέζα Μέι, θυμάται πως μετά τις εκλογές του 2017, όταν η Μέι έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της, έγινε εξαιρετικά δύσκολο να προωθηθεί οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη πολιτική. Η αρχική προσπάθεια της Μέι να ασχοληθεί με μεγάλα κοινωνικά ζητήματα, όπως η ενδοοικογενειακή βία, εγκαταλείφθηκε καθώς όλη η κυβέρνηση επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη συμφωνία για το Brexit.

Σε μια ασυνήθιστη κίνηση, η Μέι και ο τότε γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, Τζέρεμι Χέιγουντ, μετέφεραν τον Γκριν από το υπουργείο Εργασίας και Συντάξεων στη θέση του πρώτου υπουργού Επικρατείας, ουσιαστικά αναπληρωτή πρωθυπουργού, δίνοντάς του τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της εσωτερικής πολιτικής ατζέντας. Παρότι προώθησε ζητήματα όπως οι περιορισμοί στη σύγχρονη δουλεία, η πρόοδος σε μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις, όπως η κοινωνική φροντίδα, πάγωσε.

Η σημερινή πολιτική κρίση είχε ήδη προαναγγελθεί από την εποχή του Τζον Μέιτζορ. Αν και παρέμεινε πρωθυπουργός για έξιμισι χρόνια, μετά τη «Μαύρη Τετάρτη» και την κατάρρευση της στερλίνας βρέθηκε σε διαρκή μάχη επιβίωσης. Η πρώην δημόσια λειτουργός Τζιλ Ράτερ, η οποία εργάστηκε στη μονάδα πολιτικής της Ντάουνινγκ Στριτ, θυμάται μια ατμόσφαιρα καχυποψίας και διαρκούς άμυνας, όπου η κυβέρνηση αισθανόταν περικυκλωμένη από εχθρούς και προσπαθούσε απλώς να επανέλθει σε σταθερή πορεία.

Παρά τις επιτυχίες σε ζητήματα όπως η ειρηνευτική διαδικασία στη Βόρεια Ιρλανδία, η Ράτερ σημειώνει ότι ένας πρωθυπουργός δεν μπορεί να βρίσκεται προσωπικά στην κορυφή κάθε ζητήματος. Η αποτελεσματική διακυβέρνηση απαιτεί καλή ανάθεση αρμοδιοτήτων, κάτι που καταρρέει είτε όταν οι προθέσεις του πρωθυπουργού είναι ασαφείς είτε όταν οι υπουργοί θεωρούν πως υπηρετούν έναν προσωρινό ηγέτη και παύουν να συντονίζονται με την Ντάουνινγκ Στριτ. Κατά την ανάλυση, η κυβέρνηση Στάρμερ αντιμετώπισε αρχικά το πρώτο πρόβλημα και στη συνέχεια το δεύτερο.

Ο Στάρμερ προειδοποιεί ότι το πολιτικό χάος θα έχει οικονομικές συνέπειες, με τον οικονομολόγο Πολ Τζόνσον να σημειώνει πως η Βρετανία εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τις αγορές ομολόγων και ότι το αυξημένο κόστος δανεισμού ξεκίνησε ουσιαστικά κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας της Λιζ Τρας, όταν η πολιτική αστάθεια κορυφώθηκε. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα για τον Στάρμερ είναι ότι πλέον δεν θεωρείται πειστική απάντηση στο χάος. Όπως το σύνθημα της Τερέζα Μέι περί «ισχυρής και σταθερής ηγεσίας» κατέληξε ειρωνικό, έτσι και η υπόσχεση του Στάρμερ να «τερματίσει το χάος» έχει χάσει την αξιοπιστία της.

Η ανάλυση αποδίδει τη βαθύτερη κρίση όχι μόνο στην οικονομική στασιμότητα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά και στη διάσπαση της κοινωνίας σε πολλαπλές και αλληλοεπικαλυπτόμενες διαιρέσεις. Το παραδοσιακό ταξικό χάσμα της μεταπολεμικής περιόδου έχει αντικατασταθεί από πολιτισμικές συγκρούσεις όπως το Brexit, αξιακές αντιπαραθέσεις όπως η Γάζα και γενεαλογικές εντάσεις ανάμεσα σε μεγαλύτερους ιδιοκτήτες ακινήτων και νεότερους ενοικιαστές.

Ο ιστορικός Σουντίρ Χαζαρισίνγκ εξηγεί ότι παρόμοιες ήταν και οι βαθύτερες αιτίες της κρίσης της γαλλικής Τέταρτης Δημοκρατίας, όπου ο Ψυχρός Πόλεμος, το Σύνταγμα, οι αποικίες και ο κοινωνικός ρόλος της Εκκλησίας δημιουργούσαν πολλαπλές πολιτικές ρωγμές ταυτόχρονα. Σήμερα, με τα κοινωνικά δίκτυα να εντείνουν τις αντιπαραθέσεις, η δημιουργία και διατήρηση μιας σταθερής πολιτικής συμμαχίας απαιτεί εξαιρετικά σύνθετες πολιτικές ικανότητες.

Η ατζέντα «levelling up» του Μπόρις Τζόνσον αποτέλεσε μια προσπάθεια οικοδόμησης μιας τέτοιας συμμαχίας, αλλά, σύμφωνα με την ανάλυση, ο ίδιος δεν είχε την απαραίτητη προσήλωση για να την ολοκληρώσει. Αντίστοιχα, το βασικό πρόβλημα του Στάρμερ ήταν η έλλειψη φαντασίας και κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας. Υιοθέτησε την άποψη ότι η κοινή γνώμη είναι βαθιά συντηρητική και επιχείρησε να την προσεγγίσει μέσω πολιτισμικού συντηρητισμού, αντί να προωθήσει έναν οικονομικό ριζοσπαστισμό που θα μπορούσε να ενώσει διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.

Παρά τις απαισιόδοξες εκτιμήσεις, η ιστορικός Μάργκαρετ ΜακΜίλαν θεωρεί ότι η πολιτική ηγεσία οφείλει να απευθύνεται στην καλύτερη πλευρά των πολιτών, εξηγώντας με ειλικρίνεια ότι οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν προσπάθεια, πιθανόν θυσίες και, κυρίως, χρόνο. Ως παράδειγμα αναφέρει τον Μαρκ Κάρνεϊ στον Καναδά, σημειώνοντας ότι η δημοτικότητά του παραμένει ισχυρή.

Η εμπειρία της Γαλλίας δείχνει, τέλος, ότι μετά τη μετάβαση από την Τέταρτη στην Πέμπτη Δημοκρατία, το γκωλικό σύστημα διακυβέρνησης μπορεί να υπήρξε αυστηρό και συχνά μονομερές, ωστόσο αποδείχθηκε αποτελεσματικό. Η πολιτική αναταραχή περιορίστηκε σημαντικά και η Γαλλία απέκτησε τη φήμη μιας χώρας που κατασκευάζει δρόμους, γέφυρες και σιδηροδρομικά δίκτυα με συνέπεια. Σύμφωνα με το συμπέρασμα της ανάλυσης, το κλειδί για τις μακροπρόθεσμες πολιτικές που χρειάζεται η Βρετανία δεν είναι η απομάκρυνση της πολιτικής από τα προβλήματα, αλλά η σωστή άσκηση της πολιτικής.