Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η επίσκεψη της βασίλισσας Ματθίλδης στην Τουρκία παρουσιάστηκε επισήμως ως μεγάλη οικονομική αποστολή του Βελγίου. Στην πράξη, όμως, η Άγκυρα την αξιοποίησε ως κάτι πολύ περισσότερο: ως επίδειξη οικονομικής βαρύτητας, αμυντικής βιομηχανίας και γεωπολιτικής χρησιμότητας προς την Ευρώπη.

Με φόντο την Κωνσταντινούπολη, τη Baykar, το επιχειρηματικό φόρουμ Τουρκίας – Βελγίου και τις επαφές υψηλού επιπέδου, η Τουρκία επιχείρησε να περάσει ένα σαφές μήνυμα: δεν θέλει να αντιμετωπίζεται απλώς ως δύσκολος σύμμαχος του ΝΑΤΟ ή ως υποψήφια χώρα της ΕΕ με παγωμένη ενταξιακή πορεία, αλλά ως κρίσιμος κόμβος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την παραγωγή, τα logistics, την ενέργεια και την άμυνα.

Η βελγική οικονομική αποστολή πραγματοποιείται από τις 10 έως τις 14 Μαΐου 2026, με επικεφαλής τη βασίλισσα Ματθίλδη. Σύμφωνα με το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, τη συνοδεύουν μεταξύ άλλων ο Βέλγος υπουργός Εξωτερικών Maxime Prévot, ο υπουργός Άμυνας και Εξωτερικού Εμπορίου Theo Francken, περιφερειακοί αξιωματούχοι και περισσότεροι από 400 εκπρόσωποι του ιδιωτικού τομέα.

Η ίδια η βελγική πλευρά περιέγραψε την αποστολή ως νέο και φιλόδοξο κεφάλαιο στις σχέσεις των δύο χωρών, σχεδόν 14 χρόνια μετά την προηγούμενη αντίστοιχη αποστολή στην Τουρκία. Σύμφωνα με το βελγικό υπουργείο Εξωτερικών, στην αποστολή συμμετέχουν 428 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων 194 εταιρείες, 17 ομοσπονδίες και επιμελητήρια, 8 πανεπιστήμια και κυβερνητικοί φορείς.

Το μέγεθος της αποστολής έχει σημασία. Δεν πρόκειται για απλή εθιμοτυπική επίσκεψη. Είναι οργανωμένη επιχείρηση οικονομικής διπλωματίας, με επιχειρηματικές επαφές, B2B συναντήσεις, επισκέψεις σε εταιρείες και σαφή στόχο τη διεύρυνση των σχέσεων σε κρίσιμους τομείς όπως άμυνα, ενέργεια, αεροπορία, logistics, υγεία, τεχνολογία, ψηφιοποίηση και τραπεζικός τομέας.

Στόχος τα 15 δισ. δολάρια στο διμερές εμπόριο

Το πιο απτό αποτέλεσμα της επίσκεψης ήταν η υπογραφή κοινής δήλωσης για την ανάπτυξη των διμερών εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στην Τουρκία και το Βέλγιο. Την υπέγραψαν ο Τούρκος υπουργός Εμπορίου Ομέρ Μπολάτ, ο Βέλγος υπουργός Εξωτερικών Μαξίμ Πρεβό και ο Βέλγος υπουργός Άμυνας και Εξωτερικού Εμπορίου Τεό Φράνκεν, στο πλαίσιο του Επιχειρηματικού φόρουμ Τουρκίας – Βελγίου. Ο Μπολάτ ανακοίνωσε ότι ο διμερής εμπορικός όγκος Τουρκίας – Βελγίου έφτασε τα 9,3 δισ. δολάρια το 2025, ενώ στόχος των δύο πλευρών είναι να ανέβει στα 15 δισ. δολάρια με «βιώσιμο και ισορροπημένο» τρόπο.

Η τουρκική πλευρά φρόντισε να πλαισιώσει τον στόχο αυτό με τη γνωστή αφήγηση περί Τουρκίας ως παραγωγικού και διαμετακομιστικού κόμβου. Ο Μπολάτ μίλησε για τη γεωγραφική θέση της χώρας, τη βιομηχανική της βάση και την πρόσβαση σε αγορές Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία προσφέρει πρόσβαση σε περισσότερους από 1,3 δισ. καταναλωτές.

Εδώ βρίσκεται και η πρώτη γεωπολιτική ανάγνωση: η Άγκυρα δεν πουλά απλώς προϊόντα ή επενδυτικές ευκαιρίες. Πουλά τον εαυτό της ως υποδομή της Ευρώπης σε έναν ασταθή κόσμο. Σε μια περίοδο πολέμων, διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες και ευρωπαϊκής αναζήτησης εναλλακτικών παραγωγικών βάσεων, η Τουρκία προσπαθεί να εμφανιστεί ως «κοντινή Κίνα», αλλά με νατοϊκή ταυτότητα και ευρωπαϊκή τελωνειακή σύνδεση.

Οι 32 επιχειρηματικές συμφωνίες και το κενό της διαφάνειας

Η πιο εντυπωσιακή αναφορά των τουρκικών δημοσιευμάτων είναι οι 32 επιχειρηματικές συμφωνίες Τουρκίας – Βελγίου. Το Anadolu μετέδωσε ότι ο Βέλγος υπουργός Άμυνας δήλωσε πως το βράδυ της Δευτέρας θα υπογράφονταν 32 επιχειρηματικές συμφωνίες ανάμεσα σε βελγικές και τουρκικές πλευρές.

Η εφημερίδα Türkiye πήγε ακόμη πιο πέρα, παρουσιάζοντας τις 32 συμφωνίες ως ήδη υπογεγραμμένες και ως μήνυμα «στρατηγικής συνεργασίας» ανάμεσα στις δύο χώρες. Το ίδιο δημοσίευμα συνέδεσε τις συμφωνίες με την επίσκεψη της βελγικής αποστολής στη Baykar και με τη συζήτηση για την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης Τουρκίας – ΕΕ. Ωστόσο, υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο που απαιτεί επιφύλαξη: μέχρι στιγμής, δεν έχει εμφανιστεί πλήρης, επίσημος και αναλυτικός κατάλογος των 32 συμφωνιών με τις εταιρείες, τα αντικείμενα, τα ποσά και τους τομείς που καλύπτουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συμφωνίες δεν υπάρχουν. Σημαίνει όμως ότι η Άγκυρα και τα φιλοκυβερνητικά τουρκικά μέσα αξιοποιούν επικοινωνιακά έναν μεγάλο αριθμό, χωρίς να έχει ακόμη αποσαφηνιστεί το πραγματικό οικονομικό και στρατηγικό βάρος κάθε συμφωνίας.

Αυτό είναι σημαντικό για την ανάγνωση της επίσκεψης. Η Τουρκία συχνά χρησιμοποιεί αριθμούς, στόχους και «πακέτα συμφωνιών» ως πολιτικό μήνυμα, ακόμη και πριν φανεί η πραγματική εφαρμογή τους. Για την ελληνική και ευρωπαϊκή ανάγνωση, επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες συμφωνίες ανακοινώθηκαν, αλλά τι ακριβώς αφορούν, ποιοι τις υπέγραψαν, αν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και αν αγγίζουν κρίσιμους τομείς όπως άμυνα, drone, logistics, ενέργεια ή τεχνολογία διπλής χρήσης.

Η Baykar στο επίκεντρο: Δεν ήταν τυχαία επίσκεψη

Η πιο ευαίσθητη πλευρά της επίσκεψης δεν ήταν το εμπόριο γενικά, αλλά η άμυνα. Η βασίλισσα Ματθίλδη επισκέφθηκε το Özdemir Bayraktar National Technology Center της Baykar στην Κωνσταντινούπολη, όπου ενημερώθηκε για την έρευνα, την ανάπτυξη και την παραγωγή των τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η επίσκεψη ολοκληρώθηκε με φωτογραφία μπροστά από το επιθετικό drone Bayraktar AKINCI, ενώ στη βασίλισσα προσφέρθηκε αναμνηστικό μοντέλο του μη επανδρωμένου αεροσκάφους KIZILELMA.

Αυτή η εικόνα δεν είναι ουδέτερη. Η Baykar δεν είναι μια απλή τεχνολογική εταιρεία. Είναι ο βασικός βιτρινικός πυλώνας της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, με διεθνή προβολή από τη χρήση του Bayraktar TB2 σε πολέμους όπως η Ουκρανία και η Λιβύη.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ, γαμπρός του Ερντογάν και αδελφός του CEO της Baykar, Χαλούκ Μπαϊρακτάρ, υποστήριξε ότι η Baykar κατέχει μόνη της το 60% της παγκόσμιας αγοράς εξαγωγών drones, ενώ η Τουρκία συνολικά φτάνει το 65%. Πρόκειται για δήλωση με σαφή επικοινωνιακό και πολιτικό βάρος: η Άγκυρα θέλει να παρουσιάσει την αμυντική της βιομηχανία ως ευρωπαϊκά χρήσιμη, τεχνολογικά ανταγωνιστική και νατοϊκά αναγκαία.

Η βασίλισσα του Βελγίου Ματθίλδη και ο CEO της Baykar, Χαλούκ Μπαϊρακτάρ

Η Τουρκία δεν επιδιώκει μόνο να πουλήσει drones. Επιδιώκει να εντάξει τη δική της αμυντική βιομηχανία στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αξιοποιώντας το επιχείρημα ότι η Ευρώπη χρειάζεται φθηνότερες, μαζικότερες και ταχύτερα παραγόμενες λύσεις σε ένα περιβάλλον όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αλλάξει τις προτεραιότητες. Με άλλα λόγια, η επίσκεψη στη Baykar δεν είναι απλώς εταιρικό ραντεβού. Είναι πολιτικό θέατρο ισχύος. Η Τουρκία δείχνει στη βελγική και ευρωπαϊκή πλευρά ότι μπορεί να είναι προμηθευτής, συμπαραγωγός, τεχνολογικός εταίρος και στρατηγικός ενδιάμεσος.

Ο Francken, τα drone και το βελγικό ενδιαφέρον

Η παρουσία του Βέλγου υπουργού Άμυνας και Εξωτερικού Εμπορίου Τεο Φράνκεν προσδίδει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στην επίσκεψη. Ο ίδιος, σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα, είχε ήδη περιγράψει την τουρκική αμυντική βιομηχανία ως πρότυπο, ενώ στο πλαίσιο της αποστολής επρόκειτο να αναδείξει τις δυνατότητες αμοιβαίων επενδύσεων. Το γεγονός ότι ο ίδιος υπουργός είναι ταυτόχρονα αρμόδιος για την άμυνα και το εξωτερικό εμπόριο είναι κρίσιμο. Δείχνει ότι για το Βέλγιο η επίσκεψη δεν περιορίζεται σε γενικές εμπορικές σχέσεις. Αγγίζει τη συζήτηση για άμυνα, ευρωπαϊκή ασφάλεια, τεχνολογική συνεργασία και πιθανές βιομηχανικές συμπράξεις.

Για την Τουρκία, αυτό είναι ιδανικό. Η Άγκυρα προσπαθεί εδώ και χρόνια να σπάσει την εικόνα της «προβληματικής χώρας» και να την αντικαταστήσει με την εικόνα του «αναγκαίου εταίρου». Η αμυντική βιομηχανία είναι ένα από τα βασικά εργαλεία αυτής της μετάβασης.

Η τελωνειακή ένωση ως πραγματικός στόχος της Άγκυρας

Πέρα από τις επιχειρηματικές συμφωνίες, η Άγκυρα έβαλε στο τραπέζι και ένα πάγιο στρατηγικό αίτημα: την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Μπολάτ δήλωσε ότι η Τουρκία συνεχίζει να εργάζεται με την ΕΕ και τα κράτη-μέλη για τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης και εξέφρασε την πεποίθηση ότι το Βέλγιο στηρίζει αυτή την προσέγγιση. Ευχαρίστησε μάλιστα τη βελγική κυβέρνηση για τη στήριξη στις προσπάθειες εκσυγχρονισμού του πλαισίου Τουρκίας – ΕΕ.

Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό πολιτικό κέρδος που διεκδικεί η Τουρκία από τέτοιες αποστολές. Δεν πρόκειται μόνο για διμερείς συμφωνίες. Η Άγκυρα θέλει να δημιουργήσει μέσα στην ΕΕ ένα δίκτυο κρατών και επιχειρηματικών συμφερόντων που θα πιέζει υπέρ της αναβάθμισης των ευρωτουρκικών οικονομικών σχέσεων.

Η λογική είναι απλή: όσο περισσότερο ευρωπαϊκές εταιρείες επενδύουν στην Τουρκία, όσο περισσότερο ευρωπαϊκές χώρες βλέπουν την Τουρκία ως κρίσιμο κρίκο στις εφοδιαστικές αλυσίδες, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να διατηρηθεί σκληρή ευρωπαϊκή γραμμή απέναντι στην Άγκυρα για ζητήματα κράτους δικαίου, Κύπρου, Αιγαίου ή Ανατολικής Μεσογείου. Από ελληνική σκοπιά, αυτό είναι το σημείο που απαιτεί τη μεγαλύτερη διπλωματική εγρήγορση. Η Τουρκία προσπαθεί να μετατρέψει την οικονομική αλληλεξάρτηση σε πολιτική ασπίδα. Και το Βέλγιο, ως έδρα ευρωπαϊκών θεσμών και χώρα με βαρύτητα στις Βρυξέλλες, δεν είναι αδιάφορος συνομιλητής.

Το Βέλγιο βλέπει ευκαιρίες και η Τουρκία βλέπει χώρο

Η βελγική πλευρά παρουσιάζει την αποστολή ως ρεαλιστική οικονομική κίνηση. Ο Prévot δήλωσε, σύμφωνα με το βελγικό υπουργείο Εξωτερικών, ότι οι ευκαιρίες βρίσκονται και στην Τουρκία, κάνοντας λόγο για αγορά 85 εκατ. καταναλωτών, σύμμαχο στο ΝΑΤΟ, τελωνειακή ένωση με την ΕΕ και χώρα σε γρήγορο μετασχηματισμό.

Η βελγική ανάγνωση είναι καθαρά οικονομική και στρατηγική: σε έναν κόσμο αστάθειας, οι εταιρείες αναζητούν ανθεκτικότητα μέσω nearshoring και friendshoring, δηλαδή μεταφοράς δραστηριοτήτων πιο κοντά ή σε χώρες-εταίρους. Το βελγικό υπουργείο Εξωτερικών περιγράφει την Τουρκία ως γέφυρα ανάμεσα σε Ευρώπη, Ασία και Μέση Ανατολή, οικονομικά ενταγμένη με την ΕΕ μέσω της τελωνειακής ένωσης και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ.

Αυτό όμως είναι ακριβώς το αφήγημα που θέλει να ενισχύσει η Άγκυρα. Η Τουρκία θέλει να πείσει ότι, παρά τις αυταρχικές τάσεις, τις περιφερειακές τριβές και τον αναθεωρητισμό της, είναι πολύ μεγάλη, πολύ χρήσιμη και πολύ αναγκαία για να αγνοηθεί.

Οι συμφωνίες Τουρκίας – Βελγίου έχουν γεωπολιτική σημασία, διότι εντάσσονται σε μια ευρύτερη τουρκική στρατηγική: η Άγκυρα χτίζει σχέσεις με ευρωπαϊκές χώρες μέσα από οικονομία, άμυνα, τεχνολογία και μεταφορές, ώστε να μειώνει το πολιτικό κόστος των δικών της περιφερειακών κινήσεων.

Όταν η Τουρκία προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα», αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, πιέζει στην Κύπρο και ταυτόχρονα εμφανίζεται ως απαραίτητος αμυντικός και βιομηχανικός εταίρος της Ευρώπης, δημιουργείται ένα διπλό παιχνίδι. Στο ένα επίπεδο, η Άγκυρα παράγει ένταση. Στο άλλο, προσφέρει συνεργασία. Αυτό είναι το τουρκικό μοντέλο: αναθεωρητισμός στην περιφέρεια, πραγματισμός με τις μεγάλες δυνάμεις, οικονομική διασύνδεση με την Ευρώπη και αμυντική βιομηχανία ως διπλωματικό εργαλείο.

Για την Αθήνα, το ερώτημα είναι αν μπορεί να πείσει τους Ευρωπαίους ότι η οικονομική συνεργασία με την Τουρκία δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από τη συμπεριφορά της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επίσκεψη της βασίλισσας Ματθίλδης δείχνει ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες είναι πρόθυμες να κρατήσουν τα δύο πεδία χωριστά.