Η Λετονία, στην πρώτη γραμμή απέναντι στη Ρωσία, μετατρέπει πλέον την εφηβεία σε μάθημα άμυνας: κάθε μαθητής λυκείου μαθαίνει να κρατά όπλο, να προσανατολίζεται με πυξίδα και χάρτη και να σκέφτεται σαν πολίτης σε εν δυνάμει ζώνη πολέμου.

Σε μια επαγγελματική σχολή του Ρίγα, μαθήτριες κομμωτικής και χορού αφήνουν για λίγο τα «girly» όνειρά τους και πιάνουν στα χέρια τους αεροβόλα που μοιάζουν με αμερικανικά τυφέκια M4, σε ένα πρόγραμμα «Εθνικής Αμυντικής Εκπαίδευσης» που έγινε υποχρεωτικό σε όλα τα σχολεία της χώρας από την 1η Σεπτεμβρίου 2024.

Την ώρα που η Δύση ασχολείται με το Ιράν, στη Βαλτική ο φόβος έχει όνομα και σύνορα: η Λετονία ζει με τη μνήμη της σοβιετικής κατοχής, κοιτάζει την εισβολή στην Ουκρανία σαν πιθανό προοίμιο και στήνει μια γενιά που θεωρεί αυτονόητο ότι, αν χρειαστεί, θα σηκώσει όπλο για να υπερασπιστεί την πατρίδα της.

Με 176 μίλια κοινά σύνορα με τη Ρωσία και 107 με τη Λευκορωσία, η χώρα επενδύει σε υποχρεωτική θητεία για τους άνδρες, σε μαθητικό πρόγραμμα 112 ωρών μέσα σε δύο χρόνια και σε έναν ολόκληρο μηχανισμό εκπαίδευσης από εν ενεργεία στρατιωτικούς, που υπόσχονται πειθαρχία χωρίς τις σοβιετικές κακοποιητικές πρακτικές της «dedovshchina».

Λετονία, όπλο και «μάθημα πατρίδας»

Ο συνταγματάρχης Βαλτς Άμπολινς, υπεύθυνος του εθνικού προγράμματος, επιμένει ότι σκοπός δεν είναι να βγάλει επαγγελματίες στρατιώτες, αλλά «πιο υπεύθυνους πολίτες» και να σπάσει τις φοβίες νέων και γονιών απέναντι σε οτιδήποτε στρατιωτικό.

Η διδασκαλία γίνεται αποκλειστικά από στρατιωτικούς, ώστε –όπως λέει– «τα κρίσιμα σημεία της ιστορίας μας να διδάσκονται ως γεγονότα και όχι ως υποκειμενικές ερμηνείες», με σαφή πατριωτικό τόνο σε μια κοινωνία όπου περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού είναι ρωσικής καταγωγής.

Στην πράξη, το μάθημα Εθνικής Άμυνας στη Λετονία θυμίζει πεδίο βολής μέσα στην αυλή του σχολείου: στόχοι από χαρτί ακουμπισμένοι σε τοίχο, φύλλα φελιζόλ ως παραπέτασμα, κόκκινη-λευκή ταινία να ορίζει τη ζώνη πυρών και μαθήτριες να ξαπλώνουν στο γρασίδι, με τους εκπαιδευτές να φωνάζουν «Σταματήστε το κουβεντολόι!» πριν δώσουν την εντολή για πυρ.

Η αυστηρότητα συνδυάζεται με χιούμορ, οι κινήσεις με το όπλο επαναλαμβάνονται «ξανά και ξανά», ενώ οι μικρές καθημερινές σκηνές –ένα σπασμένο νύχι, ένα κλάμα πάνω από έναν γεμιστήρα που δεν κουμπώνει– τελειώνουν με ένα επιτυχημένο γέμισμα, ένα άτσαλο χαμόγελο και λίγη ακόμα αυτοπεποίθηση πίσω από τη σκανδάλη.

Όπλο, ταυτότητα και ρωσόφωνοι νέοι

Πίσω από την εικόνα της Λετονίας με όπλο στο χέρι κρύβεται και μια μάχη ταυτότητας: το πρόγραμμα στοχεύει και στους ρωσόφωνους εφήβους, που θεωρούνται λιγότερο εγκλωβισμένοι στην προπαγάνδα της Μόσχας, ώστε να δεθούν νωρίς με το λετονικό κράτος και να αρχίσουν να θέτουν «άβολες» ερωτήσεις στο οικογενειακό τραπέζι.

Ο Άμπολινς αναγνωρίζει ότι το πρόγραμμα προκάλεσε συζήτηση, ωστόσο μιλά για «εκπληκτικά ήρεμη» αντιπαράθεση, με σταδιακή εφαρμογή από το 2018 σε λίγα σχολεία σε εθελοντική βάση και καθολική υποχρεωτικότητα να έρχεται μόλις μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την απότομη αφύπνιση της κοινωνίας.

Λετονία, όπλο και το δίλημμα του πολίτη

Παρά την «κανονικοποίηση» του όπλου στις σχολικές αίθουσες, η Λετονία δεν αγνοεί όσους δηλώνουν πεισμένοι ειρηνιστές ή επικαλούνται θρησκευτικούς λόγους: αυτοί απαλλάσσονται από την πρακτική εκπαίδευση με όπλο και καλούνται να παρουσιάσουν εργασία στην τάξη – τουλάχιστον όσο η χώρα βρίσκεται σε ειρήνη, σύμφωνα με το Politico.

Οι ίδιοι οι εκπαιδευτές, όπως ο Αντρις Σκάνις και η Μόνικα Λαζντίνα, ζουν το δικό τους υπαρξιακό δίλημμα ανάμεσα στο γονεϊκό ένστικτο («πρώτα να βγάλω τα παιδιά μου από τη χώρα») και στην υπόσχεση ότι «αν έρθει ο πόλεμος στη Λετονία, θα μείνω να πολεμήσω», σε μια περιοχή όπου η διάθεση να πολεμήσεις για την πατρίδα είναι πολύ πιο αυτονόητη από ό,τι στη Δυτική Ευρώπη.