Δεν «έσπασαν» οι σινοαμερικανικές σχέσεις στην κρίση με το Ιράν τουλάχιστον στην παρούσα φάση, όπως δεν διαταράχθηκαν και με την κρίση της Βενεζουέλας. Η ισχυρή πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ και η πρωτοβουλία των κινήσεων στην παγκόσμια σκακιέρα επισκιάζουν, όπως φαίνεται, την απλή ανάγνωση γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, όπως τις γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Η Κίνα αρκέστηκε να εκφράσει ότι διατηρεί τις «κόκκινες γραμμές» και τις θεμελιώδεις αρχές της, σύμφωνα με δήλωση εκπροσώπου του κινεζικού κοινοβουλίου, αλλά ότι έχει την πρόθεση να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ενίσχυση της επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα.
Κυρίως όμως απέφυγε να στείλει όπλα στο Ιράν, για να το βοηθήσει να πολεμήσει τις ΗΠΑ. Και αυτό καταδεικνύει τα όρια της επιρροής της στην παγκόσμια γεωπολιτική και την απροθυμία της να διαδραματίσει τον ρόλο του εγγυητή ασφάλειας σε ασταθείς περιοχές, όπως η Μέση Ανατολή. Το ίδιο, άλλωστε, έκανε και στην κρίση με την Ουκρανία, όταν παρείχε διπλωματική και οικονομική στήριξη στη Ρωσία, αλλά απέφυγε οποιαδήποτε στρατιωτική δράση.
Η αντίδραση του Πεκίνου, λοιπόν, στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ήταν προβλέψιμα συγκρατημένη και μάλλον δείχνει την περιορισμένη ικανότητα της Κίνας να διαμορφώνει τα γεγονότα, όταν η σκληρή ισχύς έχει ήδη τεθεί σε κίνηση, όπως τονίζουν διεθνείς αναλυτές, και ότι μπορεί να εκφράσει ανησυχία, ωστόσο δεν μπορεί να αποτρέψει ουσιαστικά, ούτε να επηρεάσει τη στρατιωτική δράση ΗΠΑ-Ισραήλ.
Οι σχέσεις της Κίνας με το Ιράν ήταν πολύ αναπτυγμένες τόσο σε διπλωματικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Είχαν επίσης κάνει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ενώ το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα βασίζεται στην κινεζική τεχνολογία. Η Κίνα είχε επίσης μεσολαβήσει για την προσέγγιση Ιράν-Σαουδικής Αραβίας το 2023. Είχαν επίσης και ενεργειακή συνεργασία, καθώς η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ιρανικού πετρελαίου, αλλά επειδή προβληματιζόταν βαθιά για την ενεργειακή ασφάλεια έχει αναπτύξει εναλλακτικές. Το πιο ανησυχητικό είναι η άνοδος των τιμών και η πιθανή απώλεια πρόσβασης σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο από την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Η Κίνα εισήγαγε περίπου 1,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ή το 13% των συνολικών θαλάσσιων εισαγωγών πετρελαίου της, από το Ιράν πέρυσι, αλλά εκτιμάται ότι αρκετό πετρέλαιο βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν, ώστε να διαρκέσει άλλους τέσσερις έως πέντε μήνες. Αυτό θα έδινε στα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια χρόνο να προσαρμοστούν και να αναζητήσουν εναλλακτικές, με το φθηνότερο ρωσικό πετρέλαιο ως κύρια επιλογή. Η Κίνα έχει περάσει χρόνια διαφοροποιώντας τις προμήθειές της και αυξάνοντας τα αποθέματά της, άρα η απώλεια του ιρανικού πετρελαίου φαίνεται οριακή, όχι ουσιαστική, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις του Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ; Ήταν πάντα περίπλοκες, όχι εύκολες, αλλά ο Αμερικανός πρόεδρος με τις κατά καιρούς δηλώσεις του δεν μιλούσε πάντα αρνητικά για τον Κινέζο ομόλογό του. Υπήρχαν εμπορικές εντάσεις και η σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, στο Καράκας τον Ιανουάριο, δυσκόλεψαν τα πράγματα χωρίς όμως να κοπούν οι διπλωματικοί δίαυλοι.
Στα μέσα Φεβρουαρίου, και ενώ γνωρίζουμε ότι προετοιμαζόταν η αεροπορική επίθεση στο Ιράν, o Τραμπ και ο Κινέζος πρόεδρος είχαν μακρά τηλεφωνική επικοινωνία, την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος είχε χαρακτηρίσει «μακρά και ουσιαστική». Η συζήτηση κάλυψε θέματα από το εμπόριο έως διεθνείς συγκρούσεις και φαίνεται να προετοίμασε το έδαφος για την προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Πεκίνο.
Έτσι και τώρα, η δυσαρέσκεια της Κίνας για τα πλήγματα κατά του Ιράν είναι απίθανο να ανατρέψει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ ή τα σχέδια για συνάντηση του Τραμπ με τον Κινέζο ηγέτη, Σι Τζινπίνγκ, στο Πεκίνο σε περίπου έναν μήνα. Ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο Πεκίνο, Νίκολας Μπερνς, σχολίασε με νόημα ότι η Κίνα «αποδεικνύεται αναξιόπιστος φίλος για τους αυταρχικούς συμμάχους της».
Για την κινεζική ηγεσία, η σχέση με τις ΗΠΑ είναι πολύ πιο κρίσιμη από εκείνη με το Ιράν σε πολλαπλά μέτωπα, από το εμπόριο και την οικονομία, έως την Ταϊβάν.
Το Πεκίνο μπορεί να επιδοθεί σε λεκτική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον για το Ιράν, αλλά το κόστος δημιουργίας μιας νέας σύγκρουσης με τον Τραμπ υπερβαίνει τα πιθανά οφέλη. Το ταξίδι λοιπόν του Τραμπ στο Πεκίνο είναι πάνω στο τραπέζι, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί. Ο αρχικός προγραμματισμός ήταν για τις 31 Μαρτίου. Και ο χρόνος πολιτικά μέχρι τότε είναι πολύ πυκνός.