Οι νέοι σήμερα, σύμφωνα με νέα μελέτη, βρίσκονται αντιμέτωποι με πιο σοβαρές δυσκολίες και μεγαλύτερες προκλήσεις ψυχικής υγείας στην καθημερινότητά τους σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές. Η έρευνα δείχνει ότι οι αιτίες δεν περιορίζονται μόνο στην αύξηση της κατάθλιψης και του άγχους, αλλά σχετίζονται με βαθύτερες αλλαγές στον τρόπο ζωής και στο κοινωνικό περιβάλλον.
Όπως επισημαίνεται από τους ερευνητές του οργανισμού Sapien Labs, μια μη κερδοσκοπική οργάνωση με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες που μελετά την παγκόσμια ψυχική υγεία, οι νέοι σε όλο τον κόσμο δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις απαιτήσεις της ζωής και να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στην καθημερινότητά τους.
Ιδιαίτερα στην Ευρώπη οι νέοι ενήλικες καταγράφουν χαμηλές επιδόσεις σε σύγκριση με άλλες ηπείρους, με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες να βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις παγκοσμίως.
Πώς έγινε η έρευνα
Οι ερευνητές μέτρησαν τον Δείκτη Ψυχικής Υγείας (Mind Health Quotient – MHQ) μέσω διαδικτυακών ερευνών σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής, της Ευρώπης και της Αμερικής. Ο δείκτης αυτός αξιολογεί τη «νοητική υγεία» ενός ατόμου, δηλαδή τις συναισθηματικές, κοινωνικές, γνωστικές και σωματικές ικανότητες που είναι απαραίτητες για να μπορεί κάποιος να ευημερεί στη ζωή, στην εργασία και στις σχέσεις του.
Όπως σημειώνει, σύμφωνα με το Euronews, η επικεφαλής συγγραφέας της έκθεσης, Tara Thiagarajan, ιδρύτρια και επικεφαλής επιστήμονας του Sapien Labs, η κρίση ψυχικής υγείας μοιάζει με μια σταδιακή επιδείνωση από γενιά σε γενιά και ξεπερνά κατά πολύ την απλή αύξηση των διαγνώσεων άγχους και κατάθλιψης στους νέους.
Οι συμμετέχοντες στην έρευνα κλήθηκαν να αξιολογήσουν βασικές ικανότητες που σχετίζονται με την αντιμετώπιση καθημερινών προκλήσεων, καθώς και την παρουσία σοβαρών ψυχικών διαταραχών. Πολλοί νέοι ανέφεραν δυσκολίες στον έλεγχο των συναισθημάτων τους, στη διαχείριση των διαπροσωπικών σχέσεων και στη συγκέντρωση.
Οι ενήλικες κάτω των 35 ετών, οι οποίοι ήδη πριν από την πανδημία COVID-19 τα πήγαιναν χειρότερα σε σύγκριση με τους γονείς και τους παππούδες τους, παρουσίασαν απότομη επιδείνωση κατά τη διάρκεια της πανδημίας και σύμφωνα με τη μελέτη, δεν έχουν ακόμη ανακάμψει από αυτήν την πτώση.
Από το 2019, όταν ξεκίνησε η μέτρηση του MHQ, οι ενήλικες ηλικίας 55 ετών και άνω διατηρούν σταθερά μια βαθμολογία γύρω στο 100, που θεωρείται το αναμενόμενο επίπεδο για έναν φυσιολογικό πληθυσμό. Αντίθετα, κάθε νεότερη γενιά εμφανίζει χαμηλότερες επιδόσεις. Οι νέοι 18 έως 34 ετών έχουν μέσο όρο 36 στον δείκτη MHQ, ενώ το 41% δήλωσε ότι αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις ψυχικής υγείας.
Σημ: ο δείκτης MHQ μετράει την ψυχική υγεία σε μια κλίμακα από -100 έως +200. Πάνω από +100 θεωρείται πολύ καλή, 50 έως 100 καλή με μικρά προβλήματα, 0 έως 50 μέτρια και κάτω από 0 σημαντικές δυσκολίες ή συμπτώματα.
Η εικόνα στην Ευρώπη
Η μελέτη έδειξε ότι οι νέοι στην υποσαχάρια Αφρική, παρότι ζουν στην περιοχή με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα παγκοσμίως, σημείωσαν πολύ καλύτερες επιδόσεις από τους νέους στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Ευρώπη, την Ινδία, την Ιαπωνία και την Αυστραλία, οι οποίες βρέθηκαν κοντά στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης.
Η Ιταλία είναι η ευρωπαϊκή χώρα με την υψηλότερη θέση, καταλαμβάνοντας την 20ή θέση ανάμεσα σε 84 χώρες παγκοσμίως. Η Φινλανδία βρίσκεται στην 40ή θέση, η Πορτογαλία και η Ισπανία στην 46η, το Βέλγιο στην 52η και η Γαλλία στην 58η. Στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρώπης καταγράφονται η Ιρλανδία (70η), η Γερμανία (71η) και το Ηνωμένο Βασίλειο (81η).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η μεγαλύτερη επιδείνωση στις νεότερες γενιές παρατηρείται κυρίως στις πλουσιότερες και πιο ανεπτυγμένες χώρες. Παρά την αυξημένη χρηματοδότηση για υπηρεσίες και έρευνα ψυχικής υγείας, τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά.
Τέσσερα «καρφιά» στην ψυχική υγεία των νέων
Η μελέτη εντόπισε τέσσερις βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχική υγεία των νέων: τους οικογενειακούς δεσμούς, την πνευματικότητα, τη χρήση smartphones και την κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων.
Οι αδύναμοι οικογενειακοί δεσμοί αυξάνουν σχεδόν τέσσερις φορές την πιθανότητα ένας νέος να καταταχθεί στις κατηγορίες «σε δυσφορία» ή «σε σοβαρή δυσκολία», σε σύγκριση με όσους διατηρούν στενές σχέσεις με πολλά μέλη της οικογένειάς τους.
Όσοι δήλωσαν ότι έχουν έντονο αίσθημα πνευματικότητας και σύνδεσης με μια ανώτερη δύναμη παρουσίασαν καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με όσους δεν θεωρούν τους εαυτούς τους πνευματικούς. Οι χώρες όπου οι νέοι αισθάνονται λιγότερο πνευματικοί είναι η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία.
Επιπλέον, όσο νωρίτερα αποκτά κάποιος το πρώτο του smartphone, τόσο χειρότερες φαίνεται να είναι οι μελλοντικές επιπτώσεις στην ψυχική του υγεία. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μέση ηλικία απόκτησης πρώτου smartphone για τη γενιά Ζ (18–24 ετών) είναι τα 14 έτη. Στη Φινλανδία η μέση ηλικία είναι μόλις τα 9 έτη, ενώ στην Τανζανία και την Ουγκάντα φτάνει τα 18. Στην Ευρώπη κυμαίνεται μεταξύ 12 και 13 ετών. (Διαβάστε επίσης: 15 τρόποι που το κινητό τηλέφωνο βλάπτει την υγεία σας)
Τέλος, η κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία 15 χρόνια και συνδέεται με το 15% έως 30% του συνολικού φορτίου προβλημάτων ψυχικής υγείας. (Διαβάστε επίσης: Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης)
Παρά την αυξημένη επένδυση στην έρευνα και τη φροντίδα ψυχικής υγείας παγκοσμίως, η κατάσταση δείχνει να επιδεινώνεται. Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτούνται δομικές, προληπτικές αλλαγές που να στοχεύουν όχι μόνο στη θεραπεία των συμπτωμάτων, αλλά και στους περιβαλλοντικούς παράγοντες που διαμορφώνουν το μυαλό των νέων από την αρχή.
Εξάλλου τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν ξεκάθαρα ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς ατομικό. Δεν αφορά μόνο το αν ένας νέος θα ζητήσει βοήθεια ή αν θα διαγνωστεί έγκαιρα. Αφορά το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνει, τις σχέσεις που αναπτύσσει, τις συνήθειες που υιοθετεί και τις επιρροές που δέχεται από πολύ νωρίς. Με άλλα λόγια, η λύση βρίσκεται στη διαμόρφωση ενός πιο υποστηρικτικού περιβάλλοντος για τις επόμενες γενιές.