Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία πριν από τέσσερα χρόνια δεν άλλαξε μόνο τους δύο άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά επιτάχυνε μια γεωπολιτική αναδιάταξη που αγγίζει την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την ίδια την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας ασφάλειας. Η Ουκρανία, άλλοτε συνώνυμη με τη διαφθορά και τη στασιμότητα, μετατράπηκε, υπό την πίεση της επιβίωσης, σε ένα «έθνος εθελοντών», ενώ η Ρωσία οδεύει προς μια νέα εκδοχή σοβιετικού μοντέλου, όπου η οικονομία υποτάσσεται στη λογική του διαρκούς πολέμου.
Για δεκαετίες, η Ουκρανία θεωρούνταν μια χώρα με σπουδαίο ανθρώπινο δυναμικό αλλά αδύναμους θεσμούς, καθηλωμένη από μια διαβρωτική διαφθορά που δεν της επέτρεπε να απογειωθεί. Όταν το 2014 η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία και υποκίνησε αποσχιστική εξέγερση στα ανατολικά, ο ουκρανικός στρατός μπορούσε να παρατάξει μόλις 6.000 μάχιμους στρατιώτες και η άμυνα στηρίχθηκε σε εθελοντές, με εξοπλισμό που συχνά χρηματοδοτούσαν απευθείας πολίτες και ολιγάρχες. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η κοινωνία έχει σκληραγωγηθεί από τον διπλό κυνισμό των δικών της ηγεσιών και της αναθεωρητικής Μόσχας, διαμορφώνοντας μια νέα ταυτότητα γύρω από τη θυσία και την αντοχή, έστω και με το αγκάθι των μελλοντικών διχασμών μεταξύ όσων πολέμησαν και όσων έμειναν στα μετόπισθεν.
Ρωσία – Ουκρανία: δύο έθνη που αλλάζουν για πάντα
Αν η Ουκρανία επέζησε κόντρα σε κάθε πρόβλεψη, η Ρωσία βυθίστηκε στην κρίση που φοβούνταν πολλοί εντός του ίδιου του Κρεμλίνου. Το μεγαλύτερο σοκ δεν ήταν ότι η «παρέλαση μιας εβδομάδας» μετατράπηκε σε πόλεμο φθοράς, αλλά ότι η επιλογή του Βλαντίμιρ Πούτιν έσπρωξε τη χώρα πίσω σε ένα παρελθόν το οποίο τόσο οι Ρώσοι όσο και ο υπόλοιπος κόσμος πίστευαν πως είχαν αφήσει πίσω. Η Ρωσία που κάποτε έμοιαζε γεμάτη πιθανότητες –από την επιστροφή στον κομμουνισμό μέχρι έναν σκληρό εθνικισμό ή μια πιο ευημερούσα, «κανονική» πορεία– έχει πλέον κάνει την επιλογή της, αγκαλιάζοντας μια πολεμική οικονομία, διαποτισμένη από προπαγάνδα και εξάρτηση από την Κίνα.
Το Κρεμλίνο αναβιώνει την εικόνα μιας χώρας-θύματος με προορισμό τη «μεγάλη δόξα», διδάσκοντας στα σχολεία ένα εκρηκτικό μείγμα μοιρολατρίας και μεγαλείου. Η αποστράτευση εκατομμυρίων στρατιωτών που θα έχουν ζήσει χρόνια βίας θα είναι πιο επικίνδυνη από το να τους κρατάς σε ειρήνη με μισθό, ενώ η μετάβαση από τη βιομηχανία όπλων σε μια πραγματική καταναλωτική οικονομία προμηνύεται δυσκολότερη απ’ ό,τι πριν από τον πόλεμο. Ακόμη κι αν οι κυρώσεις αρθούν και η ανάπτυξη επιστρέψει, η Ρωσία θα δυσκολευτεί να ξεφύγει από την τροχιά ενός κράτους που ζει για –και από– τον πόλεμο.
Ρωσία – Ουκρανία και το ευρωπαϊκό «ξύπνημα»
Ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας λειτούργησε ως βίαιη αφύπνιση για την Ευρώπη, η οποία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι η ιστορία και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός δεν σταματούν ποτέ. Η ήπειρος αποκαλύφθηκε στρατιωτικά και πολιτικά αδύναμη, υπερβολικά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για την αποτροπή, αλλά η απάντησή της αποτέλεσε μια από τις πιο εντυπωσιακές ανατροπές της σύγκρουσης. Η Γερμανία, που το 2022 λοιδορούνταν επειδή πρόσφερε μόνο κράνη στην Ουκρανία ενώ ήταν «εθισμένη» στο ρωσικό αέριο, εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο μεμονωμένο προμηθευτή όπλων του Κιέβου.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα 27 μέλη της, κατάφερε να κρατήσει ενιαίο μέτωπο σε κυρώσεις και χρηματοδότηση της Ουκρανίας επί τέσσερα χρόνια – επίτευγμα που λίγοι θα περίμεναν. Ο Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία λειτούργησε ως μόνιμος «χαλασμένος κρίκος», χρησιμοποιώντας την απειλή βέτο για να αποσπάσει χρήματα και ενεργειακές εξαιρέσεις, ενώ πρόσφατα υπαναχώρησε από τη στήριξη σε νέο πακέτο κυρώσεων και δανείου 90 δισ. ευρώ προς το Κίεβο. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η κρίση συμπίπτει με πολιτική φθορά του ίδιου του Όρμπαν, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο η ουγγρική αναστολή να είναι μια παρένθεση και όχι η αρχή της κατάρρευσης της δυτικής στήριξης.
Η Ρωσία, η Ουκρανία και η στροφή των ΗΠΑ
Η πιο δραματική μεταβολή αφορά την προσέγγιση των ΗΠΑ απέναντι στη ρωσική εισβολή, με σημείο καμπής την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Υπό τη νέα αμερικανική ηγεσία, η Ουάσινγκτον έχει σταματήσει τη χρηματοδότηση της άμυνας της Ουκρανίας, στο πλαίσιο μιας «επαναζυγισμένης» εξωτερικής πολιτικής που προβάλλεται ως ωμή προάσπιση του εθνικού συμφέροντος. Ο πόλεμος μετατρέπεται έτσι σε κερδοφόρα επιχείρηση: η Ευρώπη καλείται να πληρώνει για αμερικανικά όπλα με κατεύθυνση την Ουκρανία, ενώ οι ειρηνευτικές συνομιλίες συνδέονται με παράλληλες διμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία, σύμφωνα με το Bloomberg.
Το ερώτημα δεν είναι αν ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας θα τελειώσει, αλλά με ποιους όρους. Αυτοί θα καθορίσουν την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως εγγυήτριας ασφάλειας, το κατά πόσο η Μόσχα θα δει τον πόλεμο ως προσοδοφόρο μέσο απόκτησης εδαφών, αν η Ουκρανία θα εξελιχθεί σε ασπίδα ή βάρος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και ποιο θα είναι το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης, που παραμένει ο σημαντικότερος εμπορικός και επενδυτικός εταίρος της Αμερικής. Τα διακυβεύματα είναι τόσο μεγάλα ώστε μια «γρήγορη και βρόμικη» συμφωνία ειρήνης μοιάζει πιο επικίνδυνη από τη συνέχιση μιας αιματηρής, αλλά πολιτικά συνειδητής σύγκρουσης.