Η Συρία βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο της διεθνούς ασφάλειας, καθώς το καθεστώς του προέδρου Άχμεντ Αλ-Σαράα προχωρά στο χαοτικό κλείσιμο του γιγαντιαίου στρατοπέδου κράτησης Αλ-Χολ, όπου επί χρόνια στοιβάζονταν δεκάδες χιλιάδες συγγενείς και ύποπτοι υποστηρικτές του Ισλαμικού Κράτους. Η απόφαση για μεταφορά χιλιάδων κρατουμένων, ανάμεσά τους και σκληροπυρηνικών τζιχαντιστών, σε νέες εγκαταστάσεις στη βόρεια χώρα, δοκιμάζει στην πράξη τις διακηρύξεις της Δαμασκού ότι μπορεί να ελέγξει την ανατολική Συρία χωρίς τη στήριξη των ΗΠΑ και των κουρδικών δυνάμεων.

Η αλλαγή σκυτάλης στο Αλ-Χολ ξεκίνησε τον Ιανουάριο, όταν ο συριακός στρατός εξαπέλυσε επίθεση και εκδίωξε τη μέχρι τότε κυρίαρχη κουρδική, αμερικανοϋποστηριζόμενη πολιτοφυλακή SDF από μεγάλα τμήματα της βορειοανατολικής Συρίας. Το κενό ασφαλείας που ακολούθησε στη διάρκεια της αποχώρησης των SDF αποδείχθηκε καταστροφικό: χιλιάδες κρατούμενοι διέφυγαν ή διακινήθηκαν παράνομα, ενώ διαδοχικές ταραχές και διαδηλώσεις μέσα στο στρατόπεδο ανέδειξαν την αδυναμία του καθεστώτος να επιβάλει γρήγορα έλεγχο.

Η Ουάσιγκτον, φοβούμενη ότι σκληροπυρηνικοί τζιχαντιστές θα εκμεταλλεύονταν το χάος, αντέδρασε με μια ταχεία, αθόρυβη επιχείρηση: περίπου 5.700 ενήλικοι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους μεταφέρθηκαν από τις συριακές φυλακές στο Ιράκ, κλείνοντας ένα κεφάλαιο που οι αμερικανικές υπηρεσίες περιέγραφαν ως «ωρολογιακή βόμβα». Την ίδια στιγμή, η σταδιακή εκκένωση του στρατηγικού αμερικανικού φυλακίου Αλ-Τανφ και η παράδοσή του στη Δαμασκό σηματοδοτεί τη στροφή της Ουάσιγκτον: από τους Κούρδους στην κεντρική κυβέρνηση της Συρίας ως βασικό εταίρο στην αντιμετώπιση της τζιχαντιστικής απειλής.

Συρία, Σαράα και τζιχαντιστές: μια εύθραυστη «συμμαχία»

Το κλείσιμο του Αλ-Χολ αποτελεί κρίσιμο τεστ για τον πρόεδρο Άχμεντ Αλ-Σαράα, τον πρώην ισλαμιστή αντάρτη που πολέμησε το Ισλαμικό Κράτος, ανέτρεψε το καθεστώς Άσαντ στα τέλη του 2024 και πλέον εμφανίζεται ως εγγυητής της σταθερότητας στη Συρία με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον. Ο ίδιος υπόσχεται ότι θα αξιοποιήσει τις υπηρεσίες πληροφοριών και τα δίκτυα επιρροής που ανέπτυξε στα χρόνια της αντάρτικης δράσης του για να παρακολουθεί στενά όλους τους υπόπτους τζιχαντιστές που εγκαταλείπουν το στρατόπεδο και να αποτρέψει τυχόν ανασυγκρότηση πυρήνων του ISIS.

Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι το βιογραφικό του Σαράα είναι δίκοπο μαχαίρι: η σκληρή, ισλαμιστική του καταγωγή τον φέρνει πιο κοντά κοινωνικά και ιδεολογικά σε πολλούς από τους πληθυσμούς που φιλοξενήθηκαν στο Αλ-Χολ, σε σχέση με τις προηγούμενες κουρδικές δυνάμεις. Όπως σημειώνει ο αναλυτής Σαμ Χέλερ, το νέο καθεστώς είναι «αξιόπιστα αντίθετο στο ISIS, αλλά όχι απαραίτητα σε πρακτικές που μοιάζουν με εκείνες του ISIS», μια επισήμανση που αναδεικνύει τον κίνδυνο αυταρχικών προσεγγίσεων, μυστικών συμφωνιών ή επιλεκτικής ανοχής σε παραστρατιωτικούς σχηματισμούς.

Τζιχαντιστές, οικογένειες και η κληρονομιά του Αλ-Χολ

Το Αλ-Χολ δεν ήταν απλώς ένα στρατόπεδο τζιχαντιστών, αλλά μια αυτοσχέδια πόλη στην έρημο της βορειοανατολικής Συρίας, που έφτασε να φιλοξενεί πάνω από 70.000 ανθρώπους μετά την πτώση του «χαλιφάτου» το 2019. Γυναίκες ανέλαβαν ρόλο «θεματοφυλάκων» της ιδεολογίας του Ισλαμικού Κράτους, συγκεντρώνοντας χρήματα, κρύβοντας όπλα και, σύμφωνα με μαρτυρίες, δολοφονώντας συγκρατούμενες που θεωρούσαν προδότριες, ενώ η καθημερινότητα στιγματιζόταν από δολοφονίες, εκφοβισμό και σεξουαλική βία.

Ταυτόχρονα, η ανθρωπιστική διάσταση υπήρξε καταλυτική: παιδιά χωρίς εκπαίδευση, οικογένειες διαλυμένες, στοιχειώδεις υπηρεσίες όπως ρεύμα και ιατρική φροντίδα σε κατάρρευση, συνθέτουν αυτό που διεθνείς οργανισμοί χαρακτήρισαν ως «συλλογική αποτυχία πολιτικής» της διεθνούς κοινότητας. Παρά τις πιέσεις, ελάχιστα κράτη δέχθηκαν να επαναπατρίσουν πολίτες τους, αφήνοντας το βάρος στη Συρία, στους Κούρδους και στις δυτικές δυνάμεις που ήθελαν να αποφύγουν το πολιτικό κόστος της επιστροφής πιθανών τζιχαντιστών.

Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ και η άνοδος του Σαράα αποσυμφόρησαν εν μέρει το στρατόπεδο: περίπου 10.000 άνθρωποι το εγκατέλειψαν από τα τέλη του 2024 έως τα μέσα του 2025, κυρίως Σύροι που επέστρεψαν στις ερειπωμένες πατρίδες τους. Ωστόσο, πάνω από 20.000 παρέμεναν ακόμη εκεί όταν η νέα κυβέρνηση της Συρίας ανέλαβε τον έλεγχο και ανακοίνωσε ότι οι υπόλοιπες οικογένειες θα μεταφερθούν σε νέο καταυλισμό στην επαρχία του Χαλεπίου, με τη διαδικασία επανεγκατάστασης να ξεκινά αυτή την περίοδο σύμφωνα με τον επικεφαλής της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ στη χώρα, Γκονζάλο Βάργκας Λιόσα, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.

Η κορύφωση της έντασης ήρθε με την πρόσφατη εξέγερση κρατουμένων, που απαίτησαν να φύγουν, επιτέθηκαν σε εγκαταστάσεις ανθρωπιστικών οργανώσεων και τραυμάτισαν εργαζόμενο, πιέζοντας τη Δαμασκό να σφραγίσει οριστικά το κεφάλαιο «Αλ-Χολ». Όμως η βεβιασμένη έξοδος χιλιάδων ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους συνδέονται ιδεολογικά ή οικογενειακά με τζιχαντιστές, προκαλεί ανησυχία σε δυτικές πρωτεύουσες που φοβούνται ότι χωρίς συντονισμό και μακροπρόθεσμο σχέδιο, η Συρία μπορεί να μετατραπεί ξανά σε πεδίο ανασύνταξης του Ισλαμικού Κράτους.