Δύσκολος «γρίφος» παραμένει για χιλιάδες πολίτες στην Ελλάδα η εξεύρεση κατοικίας, καθώς το υψηλό κόστος αγοράς ή ενοικίασης, οι περιορισμένες διαθέσιμες επιλογές και η αίσθηση ότι η αγορά λειτουργεί χωρίς επαρκή διαφάνεια δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τα νοικοκυριά. Η πίεση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στους νέους που επιχειρούν να κάνουν το πρώτο βήμα προς την ανεξαρτησία τους, αλλά και σε μεγαλύτερες ηλικίες που καλούνται να διαχειριστούν αυξημένα έξοδα στέγασης ή να προσαρμοστούν σε νέες στεγαστικές ανάγκες.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται σε νέα έρευνα της Blupeak Estate Analytics, η οποία πραγματοποιήθηκε από την Ierax Analytics και εξετάζει το στεγαστικό ζήτημα μέσα από τις αντιλήψεις δύο βασικών ηλικιακών ομάδων στην Ελλάδα: των 25-35 ετών και των 36-55 ετών.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι το πρόβλημα της στέγασης έχει πλέον έντονα διαγενεακό χαρακτήρα. Οι νεότεροι βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγαλύτερη οικονομική πίεση και περιορισμένες δυνατότητες αυτονόμησης, ενώ αρκετοί εξακολουθούν να μένουν στο πατρικό τους ή να βασίζονται στη φιλοξενία. Από την άλλη πλευρά, όσοι ανήκουν στις ηλικίες 36-55 ετών, παρότι εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά ιδιοκτησίας, αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις, όπως η ανάγκη μετακίνησης, η αναβάθμιση της κατοικίας τους ή η προσαρμογή σε ένα μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον.

Κοινός παρονομαστής και για τις δύο ηλικιακές ομάδες είναι η χαμηλή εμπιστοσύνη προς τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς ακινήτων. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων εκτιμά ότι η αγορά χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διαφάνεια, ενώ αρκετοί θεωρούν ότι αδήλωτες ή αδιαφανείς πρακτικές επηρεάζουν άμεσα τη διαμόρφωση των τιμών.

Κατοικία

Σε αυτό το πλαίσιο, καταγράφεται ισχυρή στήριξη σε μέτρα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον έλεγχο και τη διαφάνεια στην αγορά ακινήτων. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η δημιουργία ενός ενιαίου Μητρώου Ιδιοκτησίας, αλλά και γενικότερα η ανάπτυξη ψηφιακών εργαλείων που θα καταγράφουν και θα παρακολουθούν την αγορά.

Ιδιαίτερα έντονη εμφανίζεται η πίεση στους νέους 25-35 ετών. Σύμφωνα με την έρευνα, σχεδόν οι μισοί (47%) δηλώνουν ότι νοικιάζουν κατοικία, ενώ μόλις το 27% διαμένει σε ιδιόκτητο σπίτι. Παράλληλα, το 19% εξακολουθεί να μένει με την οικογένειά του και ένα επιπλέον 7% φιλοξενείται, στοιχείο που αποτυπώνει τις δυσκολίες στεγαστικής αυτονόμησης.

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο πιεστική σε ορισμένες περιοχές, όπως τα νησιά όπου το ποσοστό ενοικίασης φτάνει το 60%, αλλά και στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου διαμορφώνεται στο 52%.

Η ανασφάλεια για τη στέγη είναι επίσης έντονη: το 41% των νέων δηλώνει ότι αισθάνεται από «λίγο» έως «καθόλου» ασφαλές για τη σημερινή στεγαστική του κατάσταση, ενώ το 39% εκφράζει αβεβαιότητα για το αν θα μπορέσει να διατηρήσει την κατοικία του τα επόμενα δύο χρόνια. Την ίδια στιγμή, το 62% χαρακτηρίζει το κόστος στέγασης «οριακό» έως «μη βιώσιμο».

Στην ηλικιακή ομάδα 36-55 ετών, το στεγαστικό βάρος παραμένει επίσης σημαντικό. Κατά μέσο όρο, το 34% του μηνιαίου καθαρού εισοδήματος κατευθύνεται σε έξοδα στέγασης, ενώ το μέσο ποσό που δαπανάται κάθε μήνα φτάνει τα 443 ευρώ. Αν και το 36% δηλώνει ότι δεν πληρώνει πλέον για στέγη, ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών εξακολουθεί να επιβαρύνεται σημαντικά.

Παράλληλα, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αγορά κατοικίας είναι ακόμη πιο έντονη: το 79% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η αγορά είναι «λίγο» ή «καθόλου» διαφανής, ενώ το 81% συνδέει άμεσα την απουσία ελέγχου με τον τρόπο που διαμορφώνονται οι τιμές.

Την ίδια στιγμή, επτά στους δέκα εμφανίζονται θετικοί στη δημιουργία ενός ενιαίου δημόσιου Μητρώου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, αναδεικνύοντας τη διαφάνεια ως βασική προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.