Η γαλλική Dassault Aviation βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σκληρής πολιτικο-βιομηχανικής σύγκρουσης για το μέλλον του ευρωπαϊκού μαχητικού επόμενης γενιάς, μπλοκάροντας ουσιαστικά το γαλλογερμανικό πρόγραμμα FCAS ύψους 100 δισ. ευρώ. Η οικογενειακή εταιρεία, με ηγετική φυσιογνωμία τον διευθύνοντα σύμβουλο Ερίκ Τραπιέ, διεκδικεί τον πλήρη έλεγχο του μαχητικού αεροσκάφους, φέρνοντας σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης όχι μόνο την Airbus, αλλά και τις φιλοδοξίες του Εμανουέλ Μακρόν για «στρατηγική αυτονομία» της Ευρώπης.

Η Dassault, «αιώνιος» προμηθευτής της γαλλικής πολεμικής αεροπορίας από τη δεκαετία του 1950, έχει ιστορικό άρνησης σε διακρατικά προγράμματα όταν δεν κατέχει την πρωτοκαθεδρία στον σχεδιασμό και στην παραγωγή του μαχητικού. Στη δεκαετία του 1980 αποσύρθηκε από το πρόγραμμα που κατέληξε στο Eurofighter Typhoon, επειδή δεν της διασφαλιζόταν ο ηγετικός ρόλος – και σήμερα η ιστορία επαναλαμβάνεται με το FCAS, παρά τις πιέσεις του Παρισιού και του Βερολίνου.

Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει επενδύσει πολιτικά στη γαλλογερμανική σύμπραξη για ένα μαχητικό που θα συνεργάζεται άρρηκτα με drones, νέας γενιάς όπλα και προηγμένα δίκτυα διοίκησης και ελέγχου, με τη Dassault επικεφαλής του αεροσκάφους και την Airbus υπεύθυνη για τα υπόλοιπα υποσυστήματα. Ωστόσο, η διαμάχη για τις προδιαγραφές, τη διακυβέρνηση του προγράμματος και την επιλογή προμηθευτών έχει φέρει το FCAS στα πρόθυρα κατάρρευσης, με το Παρίσι και το Βερολίνο να αλληλοκατηγορούνται για «μετακίνηση των δοκαριών» και αδιαλλαξία.

Dassault και μαχητικό Rafale: ισχύς και επιρροή

Το μαχητικό Rafale αποτελεί το βασικό όπλο πίεσης της Dassault, καθώς είναι ο κορμός της γαλλικής αεροπορικής ισχύος και έχει δοκιμαστεί σε επιχειρήσεις από το Αφγανιστάν έως το Σαχέλ. Η γαλλική πολεμική αεροπορία, αλλά και χώρες όπως η Αίγυπτος, η Ινδία και το Κατάρ, έχουν επενδύσει στο Rafale, με τις εξαγωγές να ενισχύουν αισθητά το γαλλικό εμπορικό ισοζύγιο.

Παράλληλα, ο Μακρόν ετοιμάζεται να κλείσει νέα συμφωνία για περίπου 100 Rafale με την Ινδία, λειτουργώντας ουσιαστικά ως «αρχιπωλητής» της εταιρείας, κάτι που δείχνει πόσο αλληλοεξαρτώνται κράτος και βιομηχανία. Ωστόσο, η ισχύς αυτή δεν μεταφράζεται εύκολα σε πολιτικό έλεγχο: όπως σχολιάζουν στελέχη της αγοράς άμυνας, «οι υπουργοί και οι πρόεδροι έρχονται και φεύγουν, αλλά η Dassault μένει», επιμένοντας να αποφασίζει η ίδια για την κατεύθυνση των προγραμμάτων.

Η εταιρεία αντλεί το ειδικό βάρος της από έναν αιώνα ιστορίας: από τον ιδρυτή Μαρσέλ Μπλοχ, που αρνήθηκε να παραδώσει σχέδια αεροσκαφών στους ναζί και γλίτωσε οριακά τον θάνατο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, έως τη μετονομασία της οικογένειας σε Dassault, εμπνευσμένη από το «char d’assaut» και το ψευδώνυμο του αδελφού του στη Γαλλική Αντίσταση. Η σχεδιαστική της ομάδα, «καρδιά» του ομίλου ακόμη και σε περιόδους κρατικοποίησης, δημιούργησε γενιές θρυλικών αεροναυπηγών και καλλιέργησε μια κουλτούρα έντονης εσωτερικής πίστης και ανεξαρτησίας απέναντι στο κράτος.

Dassault, μαχητικό FCAS και πολιτικό παιχνίδι

Η οικογένεια Dassault, που ελέγχει το 66% της εισηγμένης εταιρείας, δεν διαθέτει μόνο την αεροπορική βιομηχανία αλλά και ισχυρά μέσα επιρροής, όπως η συντηρητική εφημερίδα Le Figaro και οινοποιεία στο Μπορντό. Η πρόσφατη λαμπερή εκδήλωση για την επέτειο της εφημερίδας, στην οποία συμμετείχαν Γάλλοι δισεκατομμυριούχοι και πολιτικοί, υπογράμμισε τον τρόπο με τον οποίο η οικογένεια συνδέει τη βιομηχανική ισχύ με την πολιτική και μιντιακή επιρροή.

Στο τιμόνι της εταιρείας, μετά τη διαδοχή από τον Μαρσέλ στον γιο του Σερζ, βρέθηκαν έμπειρα στελέχη όπως ο Σαρλ Εντελστέν και ο σημερινός CEO Ερίκ Τραπιέ, μηχανικός που σφράγισε την καριέρα του με σημαντικές εξαγωγές Mirage, μεταξύ άλλων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Όλοι τους, σύμφωνα με ανθρώπους που τους γνωρίζουν, μοιράζονται μια κοινή αποστολή: να διατηρηθεί η ανεξαρτησία της Dassault, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει σύγκρουση με ένα παρεμβατικό κράτος.

Στο παρελθόν, η εταιρεία απέφυγε πλήρη κρατικοποίηση επί Μιτεράν, παραχωρώντας μόνον 26% με διπλά δικαιώματα ψήφου που το κράτος δεν άσκησε ποτέ, ενώ γλίτωσε στο παρά πέντε τη συγχώνευση με τον πρόδρομο της Airbus στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν ο Ζακ Σιράκ προκήρυξε πρόωρες εκλογές τις οποίες έχασε. Σήμερα, το γαλλικό Δημόσιο κατέχει μόνο έναν συμβολικό αριθμό μετοχών, ενώ η Airbus διαθέτει 10,6%, γεγονός που αφήνει την οικογένεια να κρατά σφιχτά το τιμόνι.

Ο Τραπιέ έχει καταστήσει σαφές ότι η Dassault έχει τη γνώση «από το Α έως το Ω» για να αναπτύξει το επόμενο μαχητικό χωρίς εταίρους, δηλώνοντας δημοσίως ότι η εταιρεία είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με Γερμανούς και άλλους, «αλλά δεν το χρειάζεται». Σε πρόσφατη του τοποθέτηση ξεκαθάρισε ότι «η κουλτούρα της Dassault Aviation δεν είναι να αποδεχόμαστε ό,τι θεωρούμε απαράδεκτο» και ότι το συμφέρον της Γαλλίας είναι να υπερηφανεύεται για την επιτυχία της εταιρείας, όχι να της «στρίβει το χέρι».

Το μέλλον του ευρωπαϊκού μαχητικού

Παράλληλα, η γερμανική πλευρά κατηγορείται από στελέχη της Dassault και Γάλλους αξιωματούχους για δική της ακαμψία, με την Airbus –υπό τον CEO Γκιγιόμ Φορί– να υιοθετεί επιθετικότερη στάση και το Βερολίνο να δηλώνει ότι μπορεί να προχωρήσει μόνο του ή με άλλους εταίρους σε μαχητικό νέας γενιάς. Η απόκλιση επιχειρησιακών απαιτήσεων, με τη Γαλλία να ζητά ένα ελαφρύτερο, πιο ευέλικτο μαχητικό συμβατό με αεροπλανοφόρο, έχει βαθύνει τις ρωγμές των δύο πλευρών, όπως γράφουν οι Financial Times.

Με τον Μακρόν να διαθέτει μόλις 15 μήνες θητείας και το ευρωπαϊκό αμυντικό περιβάλλον να αλλάζει ραγδαία, η αποτυχία του FCAS θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα στο αφήγημά του περί ευρωπαϊκής άμυνας και απεξάρτησης από τις ΗΠΑ. Ήδη, μετά από κύκλους διαπραγματεύσεων που κατέληξαν σε νέο ναυάγιο, στελέχη του κλάδου αμύνονται απέναντι στην άποψη ότι «ο πρόεδρος θα αναγκάσει την οικογένεια Dassault να υποχωρήσει», υπογραμμίζοντας ότι όσοι το πιστεύουν αυτό «απλώς δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει στο FCAS».