Στα σύνορα Ζάμπιας και Μαλάουι, ένας ακήρυχτος πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη: ελέφαντες ποδοπατούν αγρότες και αγρότες πυροβολούν ελέφαντες, σε ένα πρόγραμμα προστασίας της άγριας ζωής που εξελίχθηκε σε τραγωδία.
Ο απολογισμός είναι βαρύς. Δεκάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, καλλιέργειες ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των κατοίκων έχουν ισοπεδωθεί και η λαθροθηρία αναζωπυρώνεται. «Πρόκειται για μια ιστορία που αναδεικνύει τις επικίνδυνες παγίδες που μπορούν να κρύβουν ακόμα και οι καλύτερες προθέσεις», γράφει ο δημοσιογράφος της Wall Street Journal, Νίκολας Μπαρίγιο.
Το χρονικό της μετεγκατάστασης
Το 2022, η διεθνής οργάνωση IFAW (Διεθνές Ταμείο για την Ευημερία των Ζώων), με έδρα την Ολλανδία, βοήθησε την κυβέρνηση του Μαλάουι να μεταφέρει 263 ελέφαντες από το Εθνικό Πάρκο Λιβόντε στον νότο, όπου ο πληθυσμός τους ήταν υπερβολικός, στο Εθνικό Πάρκο Κασούνγκου στο κέντρο της χώρας. Η επιχείρηση μετεγκατάστασης, απόστασης 450 χιλιομέτρων, αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής για τη διατήρηση του είδους.
Για τους οικολόγους, η ανάγκη ήταν επιτακτική. Ενώ οι πληθυσμοί των ελεφάντων αυξήθηκαν σε περιοχές όπως η Κένυα και η Ζιμπάμπουε λόγω της μείωσης της λαθροθηρίας, οι απώλειες των προηγούμενων δεκαετιών παραμένουν συγκλονιστικές: από 1,3 εκατομμύρια ελέφαντες στην Αφρική το 1980, σήμερα απομένουν μόλις 415.000.


Μια «βόμβα» στα σύνορα και ο τραγικός απολογισμός
Αν και το εγχείρημα τριπλασίασε τον πληθυσμό των ελεφάντων στο Κασούνγκου και τόνωσε τον τουρισμό, η πραγματικότητα στο πεδίο ήταν διαφορετική. Μέσα σε μόλις 24 ώρες από την απελευθέρωσή τους, ελέφαντες βγήκαν από τα όρια του πάρκου, πέρασαν τα σύνορα προς τη Ζάμπια και ποδοπάτησαν μέχρι θανάτου δύο αγρότες.
Αυτό που ξεκίνησε ως ένα μεμονωμένο τραγικό περιστατικό, γρήγορα κλιμακώθηκε σε μια γενικευμένη σύγκρουση με ολέθριες συνέπειες και για τις δύο πλευρές.
Είκοσι έξι χωρικοί έχασαν τη ζωή τους, δεκάδες τραυματίστηκαν, καλλιέργειες αξίας 4,5 εκατομμυρίων δολαρίων καταστράφηκαν και εκατοντάδες σπίτια υπέστησαν ζημιές, σύμφωνα με στοιχεία της Warm Heart Initiative, μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης της Ζάμπια που παρέχει κοινωνική στήριξη και εκπροσωπεί τους κατοίκους της περιοχής.
Αντίστοιχα βαρύ είναι το τίμημα και για τους ελέφαντες, καθώς σχεδόν οι μισοί από αυτούς που μεταφέρθηκαν στο Κασούνγκου ενδέχεται να έχουν ήδη θανατωθεί, κυρίως από αγρότες σε αντίποινα για την καταστροφή της σοδειάς τους. Στα τέλη του 2024, δασοφύλακες εντόπισαν πέντε ελέφαντες οι οποίοι πυροβολήθηκαν στη Ζάμπια και υπέκυψαν στα τραύματά τους, αφού επέστρεψαν με δυσκολία στο έδαφος του Μαλάουι.

«Οι ελέφαντες είναι πανέξυπνα ζώα και κάνουν ό,τι θέλουν. Είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνο να τους μετακινείς», εξηγεί ο Άνταμ Χαρτ, ειδικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Gloucestershire. Η περίφραξη του πάρκου δεν ολοκληρώθηκε ποτέ κατά μήκος των συνόρων, καθώς οι δύο χώρες συμφώνησαν να παραμείνει ανοιχτή για την ελεύθερη μετακίνηση της άγριας ζωής. Ωστόσο, η έλλειψη σχεδιασμού και το γεγονός πως δεν ενημερώθηκαν οι ντόπιοι αποδείχτηκαν μοιραία.
Η οργή των κατοίκων ξεχείλισε μετά τον θάνατο του Αυγουστίνου Κουμάνγκα, ενός 78χρονου απόμαχου πιλότου, ο οποίος σκοτώθηκε προσπαθώντας να απωθήσει ελέφαντες από τα χωράφια των γειτόνων του. «Αγαπούσε τη φύση, αλλά πριν πεθάνει, είχε φτάσει να μισεί τους ελέφαντες», δήλωσε η χήρα του.
Ο ανταγωνισμός για τους πόρους και οι απειλές για μηνύσεις
Η κατάσταση επιδεινώνεται, σύμφωνα με τον Μπαρίγιο, από την παρατεταμένη ξηρασία στην περιοχή, η οποία αναγκάζει ανθρώπους και ζώα να ανταγωνίζονται για το λιγοστό νερό και την τροφή. Περισσότεροι από έξι εκατομμύρια άνθρωποι σε Μαλάουι και Ζάμπια βρίσκονται αντιμέτωποι με την πείνα.
Αν και οι κυβερνήσεις προβάλλουν την αύξηση των τουριστικών εσόδων (τα οποία στη Ζάμπια εκτοξεύθηκαν κατά 60% το 2024), οι κάτοικοι των συνόρων αισθάνονται παραμελημένοι. Η οργή τους έχει οδηγήσει σε πλήρη ρήξη με τις Αρχές: πολλοί χωρικοί δεν καταγγέλλουν πλέον τους λαθροθήρες, αλλά κυνηγούν και σκοτώνουν οι ίδιοι τους ελέφαντες που πλησιάζουν τα χωριά τους.
Ενώ η IFAW προσπαθεί πλέον να ελέγξει την κατάσταση με ομάδες ταχείας επέμβασης και ειδικές εφαρμογές παρακολούθησης, οι επιζώντες των επιθέσεων έχουν ήδη κινηθεί νομικά, διεκδικώντας αποζημιώσεις για μια καταστροφή που, όπως υποστηρίζουν, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Η οργάνωση IFAW χαρακτήρισε τη νομική απειλή «καιροσκοπική», υποστηρίζοντας ότι τα θύματα θα πρέπει να διεκδικήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση από την κυβέρνηση του Μαλάουι. Από την πλευρά του, το υπουργείο Δικαιοσύνης του Μαλάουι αρνήθηκε να προβεί σε οποιοδήποτε σχόλιο.