Το καλοκαίρι του 2020, εν μέσω πανδημίας, δύο Έλληνες επιχειρηματίες πούλησαν την InstaShop, την πλατφόρμα παράδοσης από σούπερ μάρκετ που είχαν χτίσει στο Ντουμπάι, στη Delivery Hero έναντι 360 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα. Η συναλλαγή όμως ήταν ένδειξη ενός φαινομένου που θα επαναλαμβανόταν: ελληνικές εταιρείες, χτισμένες σε δύσκολες συνθήκες, έμπαιναν στο ραντάρ των μεγαλύτερων επενδυτικών κεφαλαίων του κόσμου.
Στα χρόνια που ακολούθησαν ήρθαν μεγαλύτερα τιμήματα και μεγαλύτερα ονόματα, με πιο πρόσφατο την εξαγορά της ελληνικής Skroutz από την Blackstone.
Η πορεία της Skroutz

Το 2005, τρεις φίλοι με κοινό πάθος για την πληροφορική, ο Γιώργος Χατζηγεωργίου, ο Βασίλης Δήμου και ο Γιώργος Αυγουστίδης, έφτιαξαν μια πλατφόρμα σύγκρισης τιμών. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η εταιρεία μετασχηματίστηκε σταδιακά σε ολοκληρωμένο marketplace με ιδιόκτητες υποδομές logistics, υπηρεσίες fulfilment, αδειοδοτημένη fintech δραστηριότητα και retail media.
Το 2020, η CVC Capital Partners απέκτησε το 45% με αποτίμηση 250 εκατ. ευρώ και κύκλο εργασιών 30 εκατ. ευρώ. Στα έξι χρόνια που ακολούθησαν, η CVC επένδυσε στις υποδομές, στις δυνατότητες ανάπτυξης των εμπόρων και στην εμπειρία του καταναλωτή. Ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 400%, φτάνοντας τα 150 εκατ. ευρώ, και η αποτίμηση υπερδιπλασιάστηκε και πλησίασε τα 650 εκατ. ευρώ. Σήμερα η Blackstone, ο μεγαλύτερος διαχειριστής εναλλακτικών επενδύσεων παγκοσμίως, αγοράζει το πλειοψηφικό πακέτο με στόχο την περαιτέρω επέκταση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η Skroutz έχει ήδη εδραιώσει την παρουσία της σε Κύπρο, Ρουμανία και Βουλγαρία. Σήμερα εξυπηρετεί 2,5 εκατομμύρια ενεργούς χρήστες και 9.000 εμπόρους και αναμένεται να υπερβεί το 1 δισ. ευρώ σε αξία συναλλαγών. Ο Γ. Χατζηγεωργίου παραμένει διευθύνων σύμβουλος και οι τρεις ιδρυτές διατηρούν μερίδιο στη μετοχική σύνθεση.
Η Viva Wallet και το πρώτο ελληνικό unicorn

Το 2000, ο Χάρης Καρώνης ίδρυσε μια μικρή εταιρεία πληροφορικής με την ονομασία Realize AE, με στόχο τις ψηφιακές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Για χρόνια η εταιρεία αναπτύχθηκε σταδιακά, χωρίς μεγάλες χρηματοδοτήσεις, επανεπενδύοντας συστηματικά τα κέρδη της σε νέες υπηρεσίες. Το 2015 η οικογένεια Λάτση επένδυσε 6 εκατ. ευρώ, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεθνή επέκταση. Ακολούθησε ομολογιακό δάνειο 80 εκατ. ευρώ από Tencent, EBRD και Breyer Capital.
Το 2022, η JP Morgan απέκτησε το 48,5% της Viva Wallet, αποτιμώντας την ελληνική fintech πάνω από 1,6 δισ. ευρώ. Ήταν το πρώτο ελληνικό unicorn. Ο λόγος της επιλογής, σύμφωνα με τα στελέχη της αμερικανικής τράπεζας, ήταν σαφής: η τεχνολογική πλατφόρμα της Viva Wallet θεωρούνταν η καλύτερη στην Ευρώπη για ψηφιακές πληρωμές.
Η ιστορία όμως δεν εξελίχθηκε ομαλά. Όταν η JP Morgan επιχείρησε να ασκήσει το συμβατικό της δικαίωμα για την απόκτηση της πλειοψηφίας, ο Χ. Καρώνης αρνήθηκε, με αποτέλεσμα παρατεταμένη νομική αντιπαράθεση ενώπιον αγγλικών και ελληνικών δικαστηρίων. Στο τέλος του 2025, αφού τα δικαστήρια αποφάνθηκαν σε μεγάλο βαθμό υπέρ της πλευράς Καρώνη και η JP Morgan απέσυρε τις αγωγές στην Ελλάδα, οι δύο πλευρές εισήλθαν σε διαπραγματεύσεις για το μέλλον της εταιρείας.
Η εταιρεία διέθετε πλήρη αδειοδότηση και φυσική παρουσία σε 24 χώρες, αποκλειστικά υποδομή cloud και υπηρεσίες σε 19 γλώσσες. Οι ιδρυτές Χάρης Καρώνης και Μάκης Αντύπας διατηρούν την πλειοψηφία της εταιρείας.
Η BETA CAE Systems και ένα από τα μεγαλύτερα tech buyouts

Το 1999, τέσσερις απόφοιτοι του Τμήματος Μηχανολόγων του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ίδρυσαν την BETA CAE Systems από ένα γραφείο 80 τετραγωνικών μέτρων στη Θεσσαλονίκη. Οι προτάσεις τους είχαν ήδη απορριφθεί από ερευνητικά προγράμματα, από επενδυτές και από τον Αναπτυξιακό Νόμο. Προχώρησαν χωρίς εξωτερική χρηματοδότηση.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η εταιρεία ανέπτυξε βιομηχανικό λογισμικό προσομοίωσης και έχτισε σταδιακά πελατολόγιο από τις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες και αεροδιαστημικές εταιρείες παγκοσμίως. Τα προγράμματά της επιτρέπουν στους πελάτες να ελέγχουν τη συμπεριφορά οχημάτων και αεροσκαφών υπό συνθήκες καταπόνησης πριν από το στάδιο της παραγωγής. Στον κατάλογο πελατών της βρίσκονται οι: Honda, General Motors, Volvo, Renault, Lockheed Martin, Formula 1 και NASA.
Το 2016, σε περιβάλλον ασφυκτικής φορολογικής πίεσης, μετέφερε τη φορολογική της έδρα στη Λουκέρνη της Ελβετίας, διατηρώντας την παραγωγική της βάση στη Θεσσαλονίκη.
Τον Μάρτιο του 2024, η αμερικανική Cadence Design Systems εξαγόρασε την BETA CAE Systems έναντι 1,24 δισ. δολαρίων, η μεγαλύτερη εξαγορά ελληνικής εταιρείας τεχνολογίας που έχει καταγραφεί και ένα από τα μεγαλύτερα tech buyouts στην Ευρώπη εκείνη τη χρονιά.
Όταν ανακοινώθηκε η συμφωνία, ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εταιρείας είχε φτάσει τα 90 εκατ. δολάρια.
Το κοινό χαρακτηριστικό
Οι τέσσερις αυτές εταιρείες δεν χτίστηκαν σε ευνοϊκές συνθήκες. Η Skroutz ανέπτυξε τις υποδομές της σε περίοδο μνημονίων, δημοσιονομικής προσαρμογής και περιορισμών κίνησης κεφαλαίων. Η Viva Wallet πάλευε για δύο δεκαετίες πριν προσελκύσει το ενδιαφέρον διεθνών επενδυτών. Η BETA CAE Systems ανέπτυξε παγκόσμιο πελατολόγιο διατηρώντας την παραγωγική της βάση στη Θεσσαλονίκη. Η InstaShop ιδρύθηκε εκτός Ελλάδας από επιχειρηματίες που δεν βρήκαν την απαιτούμενη χρηματοδότηση στην εγχώρια αγορά.
Η απόφαση της Blackstone να επενδύσει στη Skroutz αντανακλά την αναγνώριση μιας εταιρείας που κατέκτησε ηγετική θέση σε μια αγορά που παρέμεινε για χρόνια εκτός του ενδιαφέροντος μεγάλων ανταγωνιστών. Το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για τις υπόλοιπες περιπτώσεις. Η συνδυαστική απουσία ανταγωνισμού και η τεχνολογική επάρκεια αποδείχθηκε επενδυτική θέση που τα διεθνή κεφάλαια αναγνώρισαν νωρίτερα από την εγχώρια επενδυτική κοινότητα.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνολο deals που ξεπερνά συνολικά τα 4 δισ. ευρώ και τοποθετεί την Ελλάδα στον χάρτη των αγορών που παράγουν εταιρείες επενδυτικής βαρύτητας.
Πάντως, το ενδιαφέρον των διεθνών κεφαλαίων για ελληνικές εταιρείες δεν περιορίζεται στις τέσσερις αυτές περιπτώσεις. Το 2024, 156 ξένοι επενδυτές συμμετείχαν σε γύρους χρηματοδότησης ελληνικών startups, με το 36% να προέρχεται από τις ΗΠΑ. Το 2025 το σύνολο κεφαλαίων που αντλήθηκαν ξεπέρασε τα 732 εκατομμύρια ευρώ, αύξηση 35% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.