Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, οι ημιτελικοί του Champions League μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν απόλυτα τη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Παρί– Μπάγερν και Ατλέτικο – Άρσεναλ: μία γαλλική, μία γερμανική, μία ισπανική και μία αγγλική ομάδα. Η ελίτ της Ευρώπης έχει αλλάξει και μέσα σε αυτή δεν βρίσκεται πλέον η Ιταλία. Είναι χαρακτηριστικό πως δεν έχει καμία ομάδα που να έχει προκριθεί στα ημιτελικά των ευρωπαϊκών διοργανώσεων για πρώτη φορά από τη σεζόν 2018/19 (όταν δεν υπήρχε ακόμη το Conference League). Αν συνυπολογιστούν μόνο οι σεζόν με τρεις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, κάτι τέτοιο είχε να συμβεί από τη σεζόν 1986/87.

Η Premier League παραμένει εξαιρετικά ανταγωνιστική, η Ισπανία κινείται σε μονομαχία δύο συλλόγων, ενώ σε Γερμανία και Γαλλία κυριαρχούν σταθερές δυνάμεις σχεδόν χωρίς αντίπαλο. Στην Ιταλία, αντίθετα, δεν υπάρχει πλέον ομάδα που να καταφέρνει να κατακτήσει δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα, γεγονός που αποτυπώνει τη σταδιακή αποδυνάμωση της συνολικής της παρουσίας στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα είναι ένα ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο όπου οι ιταλικές ομάδες μοιάζουν να βρίσκονται απλώς παρατηρητές. Ακόμη και οι τελευταίες εκπρόσωποι, Μπολόνια και Φιορεντίνα, αποχαιρέτησαν πρόωρα τις διοργανώσεις.

Τα δεδομένα είναι σκληρά: η Ιταλία έχει μείνει εκτός της κορυφαίας σκηνής. Όπως συμβαίνει και με την εθνική της ομάδα, έτσι και σε συλλογικό επίπεδο μοιάζει να παρακολουθεί πλέον τις εξελίξεις από απόσταση.

Αν κοιτάξει κανείς την πορεία από το 2010 και μετά, όταν η Ίντερ κατέκτησε το Champions League με τον Μουρίνιο, διαπιστώνει μια μακρά περίοδο απουσίας από την κορυφή. Σε αυτά τα 16 χρόνια, οι ιταλικές ομάδες έφτασαν μόλις σε λίγους τελικούς, χωρίς να καταφέρουν να σηκώσουν το τρόπαιο. Στο Europa League υπήρξαν ελάχιστες επιτυχίες, με πιο χαρακτηριστική εκείνη της Αταλάντα, ενώ συνολικά η συγκομιδή παραμένει φτωχή σε σχέση με τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα.

Με τη νέα μορφή των ευρωπαϊκών διοργανώσεων, όπου η πρόκριση απαιτεί συνεχές ρίσκο, ένταση και επιθετικό ποδόσφαιρο, οι διαφορές γίνονται ακόμη πιο εμφανείς. Οι ομάδες που προχωρούν είναι εκείνες που επιτίθενται, που πιέζουν και που δεν φοβούνται να ρισκάρουν. Το σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν επιβραβεύει πλέον τη συντηρητική προσέγγιση.

Σε αυτό το πλαίσιο, αγώνες όπως Μπάγερν – Ρεάλ δείχνουν το πραγματικό επίπεδο της κορυφής: υψηλός ρυθμός, συνεχής επιθετικότητα, άμυνες εκτεθειμένες και διαρκής αναζήτηση του γκολ. Ένα ποδόσφαιρο πιο ακατέργαστο αλλά και πιο αυθεντικό, μακριά από υπερβολικά τακτικά σχήματα και υπερβολική προσοχή στη διαχείριση.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Ιταλία έχει μείνει πίσω επειδή επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο. Ένα ποδόσφαιρο πιο ελεγχόμενο, με έμφαση στην τακτική ισορροπία και λιγότερο στη δημιουργική ρίψη ρίσκου. Όμως στο σύγχρονο ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτό δεν φαίνεται να αρκεί.

Οι υπόλοιπες χώρες έχουν προσαρμοστεί πιο γρήγορα: η Αγγλία με ένταση και βάθος ρόστερ, η Γερμανία με ταχύτητα και φυσική δύναμη, η Ισπανία με τεχνική υπεροχή και συνεχές passing game. Η Ιταλία δείχνει να παλεύει ακόμη να βρει τη νέα της ταυτότητα.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ψυχρό αλλά ξεκάθαρο συμπέρασμα: το χάσμα έχει μεγαλώσει. Και όσο το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο εξελίσσεται προς μεγαλύτερη ταχύτητα και επιθετικότητα, η Serie A καλείται να αποφασίσει αν θα προσαρμοστεί ή θα συνεχίσει να παρακολουθεί από απόσταση.