Φως στα γεγονότα της μοιραίας ημέρας της τραγωδίας στο Μάτι, όπως ο ίδιος τα έζησε, επιχείρησε να ρίξει κατά τη διάρκεια της απολογίας του ο τότε εναέριος συντονιστής Χρήστος Λάμπρης. «Γύρω στις 11 το βράδυ μου έδειξε η ΕΜΑΚ 16 σάκους με νεκρούς! Ενημέρωσα αμέσως τον αρχηγό» είπε ο κατηγορούμενος απόστρατος αξιωματικός εξηγώντας πως αμέσως ενημέρωσε τον τότε αρχηγό της Πυροσβεστικής Σωτήρη Τερζούδη ο οποίος πριν από λίγες ημέρες απολογούμενος ανέφερε πως κατά την διάρκεια της επίμαχης συνέντευξης στο ΕΣΚΕ, πριν τα μεσάνυχτα, «γνωρίζαμε για κάποιους νεκρούς».

Ο κατηγορούμενος είπε πως μετά την πτήση πήγε οδικώς στο Μάτι το οποίο φλεγόταν και βρέθηκε στην παραλία όπου ήρθε αντιμέτωπος με τις σoρούς που είχε συλλέξει η ΕΜΑΚ στο Ναυτικό Όμιλο κοντά στην θάλασσα.

«Η εικόνα της πυρκαγιάς με έκανε να παγώσω. Είχε κινηθεί πολύ γρήγορα. Οι φλόγες ήταν τεράστιες πάνω από 20 μέτρα. Είχαν καεί σπίτια» περιέγραψε και συνέχισε λέγοντας «Τηλεφώνησα αμέσως, στις 18.58 στον υποδιοικητή Βασίλη Ματθαιόπουλο και του είπα πως η κατάσταση είναι πάρα πολύ δύσκολη. «Εδώ έχει καεί κόσμος» του είπα. Μου απάντησε πολύ ανήσυχος ότι θα τα στείλει όλα εκεί». Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν βρήκε έναν τροχονόμο σε διασταύρωση της Μαραθώνος του είπε να κάνει αναστροφή τα αυτοκίνητα  προς Αθήνα. «Ήταν πάρα πολλά αυτοκίνητα και φορτηγά. Είχα αγωνία γιατί αν άλλαζε ο αέρας, θα καίγονταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι» ανέφερε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε πως θεωρεί ότι «το συγκεκριμένο φαινόμενο μας ξεπέρασε και σαν πρόσωπα και σαν υποδομή».

Ο κατηγορούμενος απέρριψε την κατηγορία πως εγκατέλειψε την θέση του κατά τους κρίσιμους χρόνους. «Εγώ δεν εγκατέλειψα τα καθήκοντα μου. Ούτε στο γραφείο ήμουν ούτε στο σπίτι μου. Μέσα σε 40 λεπτά πήγα από την Ελευσίνα στην φωτιά για την οποία τώρα κατηγορούμαι. Ενημέρωσα για την εικόνα που είχα τους σωστούς ανθρώπους στους σωστούς χρόνους» είπε ενώ μιλώντας για τη φωτιά κοντά στα διυλιστήρια την οποία είδε από ψηλά ανέφερε: «Επειδή ακούστηκαν πολλά εγώ θα σας πω τι είδα… είχε ανεξέλεγκτη φλόγα και έπρεπε να αντιμετωπιστεί άμεσα και να ειδοποιήσουμε και τους επίγειους… Είχε γίνει μια έκρηξη σε κοντινό βιομηχανικό χώρο και πλησίαζε μεγάλη φλόγα στις εγκαταστάσεις».

«Παρόλο που υπερέβαλα εαυτόν δεν μπορούσα να αποτρέψω γεγονός»

Κλαίγοντας ο κυβερνήτης του ελικοπτέρου «ΦΛΟΓΑ 1» , στο οποίο βρισκόταν και ο κ. Λάμπρης, Χρήστος Δροσόπουλος, υπεραμύνθηκε των ενεργειών του το μοιραίο απόγευμα.  

«Δηλώνω αθώος. Βρίσκομαι σε αυτή τη θέση διότι υπερέβαλαν εαυτόν» είπε φανερά φορτισμένος και στη συνέχεια απευθυνόμενος στο δικαστήριο ανέφερε: «Κάποιοι στο δικαστήριό σας αντιμετωπίζουν το ελικόπτερο σαν να είναι αυτοκίνητο. Έχω ακούσει τα χίλια μύρια μέσα στο δικαστήριο σας εδώ και δύο χρόνια. Πετούσα σε μία θύελλα 10 με 12 μποφόρ. Εδώ, την ευσυνειδησία και την αίσθηση καθήκοντος, την κάναμε κατηγορητήριο».

 «Ο ισχυρισμός ότι διέθετα 20 λεπτά καύσιμα είναι εσφαλμένος. Κανένα στοιχείο δε διέλαθε της προσοχής μου, αντίθετα υπερέβην τα εσκαμμένα. Θα έπρεπε να είμαι προσγειωμένος και να μην ελεγχθώ. Όπως αυτοί που έμειναν προσγειωμένοι και ούτε κατάθεση δεν έδωσαν» ανέφερε ενώ εκφράζοντας την πικρία του πως η Πολιτεία, όπως είπε, αντί να τον τιμήσει τον κατέστησε κατηγορούμενο κλαίγοντας και συνέχισε: «Στο Μάτι εγώ το μόνο που μπορούσα να ελέγξω ήταν τα όργανα ελικοπτέρου, τα καύσιμα και να κάνω ό, τι καλύτερο μπορούσα. Όταν προσγειώθηκα στη βάση μου είχα εκτελέσει την αποστολή μου. Παρόλο που υπερέβαλα εαυτόν δεν μπορούσα να αποτρέψω γεγονός».

«Σκεφτόμουν όλα αυτά που έκανα τόσα χρόνια και εάν μου άξιζε να βρεθώ κατηγορούμενος»

Πικραμένος και απογοητευμένος δήλωσε, κατά τη διάρκεια της απολογία τους, ο τότε διοικητής της Υ.Ε.Μ.Π.Σ. Γεώργιος Πορτοζούδης ο οποίος εξήγησε πως λειτουργεί η υπηρεσία του.

«Θα μπορούσατε εσείς ως δικαστές να πάρετε όποια δικογραφία θέλετε να δικάσετε; Τις προτεραιότητες και τη διαχείριση την κάνει το ΕΣΚΕ υπό την επίβλεψη της ηγεσίας. Αυτό γίνεται διότι γνωρίζει όλους τους παράγοντες» είπε ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος στους δικαστές σημειώνοντας πως «τίποτα δεν προμήνυε ότι θα έχουμε τέτοια καταστροφή».

Ο κ. Πορτοζούδης απαντώντας στις καταγγελίες πως εκείνο το απόγευμα εγκατέλειψε τη θέση του εξήγησε ότι είχε προγραμματιστεί ραντεβού με την υπεύθυνη για τον προγραμματισμό συνάντησης με εθελοντές. Ο κατηγορούμενος μίλησε για τις κινήσεις του και για τη στιγμή που κατέβηκε στην πίστα. «Δε με ξένισε κάτι. Στη συνέχεια αποχώρησε η κυρία Α… και περίμενα να έρθει πρώτο ελικόπτερο. Ήρθε το πρώτο με τον κ. Αναστασόπουλο. «Μου λέει διοικητή πρέπει να κάηκαν δύο-τρεις άνθρωποι». Του λέω δεν είναι δυνατόν. Φανταστείτε την επόμενη ημέρα που μάθαμε τον αριθμό των νεκρών. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν πατεράδες μας, μάνες μας, παιδιά μας» είπε φορτισμένος και έκανε λόγο για ανθρωποκτονία σε βάρος του και κατευθυνόμενα δημοσιεύματα. «Σκεφτόμουν όλα αυτά που έκανα τόσα χρόνια και εάν μου άξιζε να βρεθώ κατηγορούμενος. Στη γέννα του παιδιού μου δεν ήμουν, πέταγα. Για μία εντολή που δεν πήρα ποτέ και που και να μου την έδιναν θα έλεγα όχι. Και ο κ. Δροσόπουλος που πήγε με ένα καρυδότσουφλο, θα έπρεπε να τον τιμωρήσω. Δεν ήξερε εάν θα μπορούσε να προσγειωθεί στην Ελευσίνα ή τα Μέγαρα και πήρε το χειρότερο σενάριο της Τανάγρας. Αισθάνομαι τέτοια πίκρα, απογοήτευση, ειδικά με την ανθρωποφαγία στο πρόσωπο μου» είπε.

«Εγώ είμαι το παιδί ενός αυτοκινητιστή, δεν έχω λόγο να σας πω ψέματα»

Την οδύνη του στους συγγενείς των θυμάτων εξέφρασε απολογούμενος ο Στέφανος Κολοκούρης, τότε διοικητής της 1ης ΕΜΑΚ και μετέπειτα αρχηγός του πυροσβεστικού σώματος.

Ο κατηγορούμενος είπε πως εκείνη την ημέρα είχε κανονική άδεια αλλά ο κ. Ματθαιόπουλος του ζήτησε να επιστρέψει διότι υπήρχε βαθμός επικινδυνότητας 4.

Ο κ. Κολοκούρης ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν στη φωτιά της Κινέττας δεχόταν τηλεφωνήματα από κ. Ματθαιόπουλο και τον αρχηγό που τον έβαλε σε ανοικτή ακρόαση με τον Υπουργό για να ενημερωθούν.

«Με πήρε ο Ματθαιόπουλος τηλέφωνο αφού είχε σουρουπώσει και μου λέει πάρε δέκα-δώδεκα αυτοκίνητα και ομάδα πεζοπόρων και κατευθύνσου στη φωτιά της Νέας Μάκρης» περιέγραψε ο κ. Κολοκούρης συμπληρώνοντας πως στη φωτιά της Κινέττας ακόμα υπήρχε κίνδυνος για σπίτια. «Εγώ συντονίζω και επιταχύνω να γίνει η εντολή που μου είχε δώσει ο κ. Ματθαιόπουλος» εξήγησε.

Ο κατηγορούμενος απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε πως μίλησε δυο φορές με τον κ. Ματθαιόπουλο ενώ βρισκόταν στην Κινέττα για το θέμα της μετάβασης στο Νταού.

«Μετά τις επτά σίγουρα… Εγώ είμαι το παιδί ενός αυτοκινητιστή, δεν έχω λόγο να σας πω ψέματα. Λέει ότι με πήρε στις 5 και να είμαι σε ετοιμότητα. Είναι δυνατόν να μην είναι πυροσβεστική σε ετοιμότητα;» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Πρόεδρος: Τι ώρα φύγατε;

Κατηγορούμενος: Γύρω στις οκτώ παρά τέταρτο.

Πρόεδρος: Έχετε σωστικές λέμβους;

Κατηγορούμενος: Ναι τρεις. Δεν μου είπε κανείς τίποτα να τις πάρω μαζί. Είναι όμως για συμβάντα σε λίμνες και ποτάμια, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ σε θάλασσα.

Ο κατηγορούμενος είπε πως αν τους είχε ζητηθεί θα μπορούσαν να είχαν πάει στη Ραφήνα οι λέμβοι. «Δεν είναι εύκολο ωστόσο. Χρειάζεται τρέιλερ και θα έπαιρνε τουλάχιστον δύο ώρες» διευκρίνισε ενώ αναφερόμενος σε ευθύνες της τροχαίας συμπλήρωσε σε έντονο ύφος:  «Αυτό το χάος ποιος το επέτρεψε εκεί πέρα; Δεν έπρεπε να έχει ανοίξει ο δρόμος για διαφυγή;».