Στην απόρριψη από πλευράς Βουλής, της πρότασης από τη Νέα Δημοκρατία για σύσταση ειδικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης, σχετικά με την ανάγκη διερεύνησης πιθανών ευθυνών των υπουργών Πάνου Κουρουμπλή, Ανδρέα Ξανθού και Παύλου Πολάκη στην υπόθεση Novartis αναφέρθηκε η Ράνια Σβίγκου. Με την εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ να τονίζει ότι «ήταν ένα κοινοβουλευτικό φιάσκο» για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. «Η Νέα Δημοκρατία προσπάθησε ατυχώς να συμψηφίσει την υπόθεση Novartis -ένα σκάνδαλο με διεθνείς διαστάσεις, στο οποίο φαίνεται να εμπλέκονται και ελληνικά πολιτικά πρόσωπα- με μία μήνυση τριών στελεχών του ΠΑΣΟΚ και μία ανώνυμη καταγγελία» ανέφερε η κ. Σβίγκου μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, παρατηρώντας ότι «τα του κοινοβουλευτικού φιάσκου φανήκαν και από τη συμμετοχή ελάχιστων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στη διαδικασία». Όπως επισήμανε, «Η ΝΔ ζήτησε αυτήν την προανακριτική μόνο και μόνο για να τη ζητήσει, για να μην θεωρηθεί ότι είναι δικά της τα στελέχη, τα οποία εμπλέκονται στην υπόθεση Novartis». Σχολιάζοντας την τοποθέτηση του προέδρου της ΝΔ στη συζήτηση πριν από την ψηφοφορία, σημείωσε: «Μέχρι πριν από λίγο καιρό, που ήλθε η δικογραφία στη Βουλή, έλεγε ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο, στη συνέχεια μίλησε για σκευωρία, μετά μιλούσε -και συνεχίζει να μιλάει- για κουκουλοφόρους μάρτυρες. Καταλαβαίνω ότι αυτά, τα οποία ζητάει και λέει ο κ. Μητσοτάκης, δεν έχουν να κάνουν με το ενδιαφέρον του να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση, αλλά έχουν να κάνουν με το να προσπαθήσει επικοινωνιακά να διαχειριστεί ένα πολύ δύσκολο θέμα για τον ίδιο και την παράταξή του». Με αφορμή την αντιπαράθεση στη Βουλή γύρω από την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά θέματα, με επίκεντρο την υπόθεση των δύο Ελλήνων αξιωματικών που κρατούνται στην Τουρκία, η εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση «αξιοποιεί όλα τα διπλωματικά εργαλεία, ώστε να λήξει η υπόθεση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα» και «κάνει αυτά που πρέπει να κάνει ώστε να αντιμετωπισθεί και η τουρκική προκλητικότητα». «Θεωρώ ότι αυτή είναι μία καθαρά τυχοδιωκτική στάση» είπε για την κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της ΝΔ, διευκρινίζοντας: «Αν δεν αφορούσε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα τη χαρακτηρίζαμε απλώς τυχοδιωκτική στάση, τώρα όμως θεωρώ ότι είναι και επικίνδυνη με την έννοια ότι δεν γίνεται να χρεώνεται η τουρκική προκλητικότητα και όλα όσα κάνει η Τουρκία αυτήν την περίοδο, όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις -για τα οποία διαμαρτυρόμαστε σε όλα τα ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα- να αφήνει την οποιαδήποτε υπόνοια ότι η ελληνική κυβέρνηση ενισχύει αυτή τη στάση της Τουρκίας. Αυτά είναι απαράδεκτα πράγματα και δεν θα έπρεπε να λέγονται, ειδικά από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης». Σε ερώτηση για τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής τον Αύγουστο του 2018, τόνισε: «Είναι λίγες οι φορές που έχουν συμφωνήσει τόσο πολλοί αξιωματούχοι ως προς το τέλος του ελληνικού προγράμματος και ως προς την αυτοδύναμη έξοδο της Ελλάδας στις αγορές. Αυτό έχει να κάνει με το ότι όλοι έχουν κατανοήσει ότι οι θετικοί οικονομικοί δείκτες και το θετικό οικονομικό περιβάλλον, το οποίο οικοδομεί η χώρα μας, δεν δίνει καμία αφορμή και κανένα πρόσχημα σε οποιονδήποτε, να διανοηθεί κάτι άλλο εκτός από την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και την επιτροπεία τον Αύγουστο του 2018. Αυτό σχεδιάζουμε προσεκτικά βήματα και μεθοδικές κινήσεις». Τέλος, επισήμανε, στην κατεύθυνση αυτή, ότι «τώρα είναι η στιγμή να ξεκινήσει μία ουσιαστική συζήτηση για το πώς θέλουμε τη χώρα μετά την έξοδο από τα μνημόνια, δηλαδή σε τι παραγωγικό και αναπτυξιακό πλαίσιο και σε τι θεσμικό πλαίσιο θα σταθεί η χώρα σε νέες βάσεις».