Ο Γρηγόρης Λέων, διακεκριμένος Έλληνας ιατροδικαστής, διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών και διοικητής του Εθνικού Οργανισμού Καταπολέμησης Ντόπινγκ (ΕΟΚΑΝ), μιλά στο Newsbeast για την οικογένειά του, την υποψηφιότητά του για τον δήμο της Λυκόβρυσης – Πεύκης, τις ιατροδικαστικές υποθέσεις που συγκλόνισαν τη χώρα, το ιατροδικαστικό γραφείο του που διατηρεί στο κέντρο της Αθήνας και για το αν ποτέ καταδίκασε ή αθώωσε κάποιον μετά από μια ιατροδικαστική γνωμάτευση.
Ο ιατροδικαστής, Γρηγόρης Λέων, είναι πτυχιούχος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ρώμης «La Sapienza» και κάτοχος τριών μεταπτυχιακών τίτλων και, όπως λέει, ο 14χρονος γιος του δεν θα ήθελε ποτέ να ασχοληθεί με την ιατρική, γιατί τον βλέπει ακόμη να διαβάζει με τις ώρες στο σπίτι τους.
Μας εξηγεί πως, για να γίνει κάποιος ιατροδικαστής, πρέπει πρώτα να ολοκληρώσει τις σπουδές Ιατρικής και στη συνέχεια να ειδικευτεί στην Ιατροδικαστική. Η συνολική εκπαίδευση διαρκεί τουλάχιστον 11 χρόνια: το πτυχίο Ιατρικής 6 χρόνια και, για να πάρει κάποιος ειδικότητα Ιατροδικαστικής, θα χρειαστεί τουλάχιστον 5 χρόνια, με μια δύσκολη εκπαίδευση στην Παθολογική Ανατομική και στην Ειδική Εκπαίδευση, όπως η Κλινική Ιατροδικαστική, Τοξικολογία και άλλες συναφείς ιατρικές επιστήμες.
Όλη η συνέντευξη
«Όταν έρχονται στα ιατροδικαστικά ιατρεία, αρκετοί προτιμούν να κάνουν την εξέταση (είτε για ξυλοδαρμό είτε για βιασμό είτε για ενδοοικογενειακή βία), γιατί δεν θέλουν αμέσως να το καταγγείλουν στην αστυνομία. Κι επειδή συνήθως το θύμα φοβάται», λέει.
Αναλαμβάνει συχνά ρόλο τεχνικού συμβούλου σε υποθέσεις που απασχολούν την επικαιρότητα, όπως οι υποθέσεις της Ρούλας Πισπιρίγκου και της Ειρήνης Μουρτζούκου, που προκάλεσαν σοκ στην κοινή γνώμη και αφορούσαν θανάτους βρεφών και παιδιών που αρχικά αποδόθηκαν σε παθολογικά αίτια.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι ιατροδικαστικές υπηρεσίες δέχτηκαν έντονη κριτική για καθυστερήσεις και παραλείψεις, οδηγώντας σε ριζικές αλλαγές στον τρόπο διενέργειας των νεκροτομών.
Οι δύο υποθέσεις συνδέθηκαν έντονα στα ΜΜΕ λόγω των ανατριχιαστικών ομοιοτήτων τους.
«Όταν πρωτοάκουσα τα ευρήματα, είχα χρέος να μιλήσω και είχα χρέος να μιλήσω, γιατί διαβάζοντας σωστά τα ευρήματα, ήξερα πλέον την αλήθεια. Δεν θα μπορούσα να μην κοινοποιήσω την ορθή επιστημονική άποψη. Παρουσιάστηκαν δημόσια ευρήματα, τα οποία δεν ταίριαζαν με τις αιτίες θανάτου.
Είχα χρέος να συμμετάσχω στον δημόσιο διάλογο και δεν το μετάνιωσα ποτέ, γιατί και πόλεμο δέχτηκα και αμφισβήτηση και μάλιστα στα άκρα αντιδράσεις», εξηγεί.
«Στις περιπτώσεις και των δύο γυναικών, οι πρώτες ιατροδικαστικές εκτιμήσεις δεν είχαν διαπιστώσει εγκληματική ενέργεια, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις να ερευνηθούν εξονυχιστικά μήνες ή και χρόνια αργότερα.
Η Ειρήνη Μουρτζούκου προχώρησε σε ομολογίες για αρκετούς θανάτους βρεφών, ενώ η Ρούλα Πισπιρίγκου βρέθηκε αντιμέτωπη με τη δικαιοσύνη για τον θάνατο των παιδιών της.
Μάλιστα οι δύο αυτές τραγικές υποθέσεις έφεραν στο προσκήνιο ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία των αρχικών ιατροδικαστικών πορισμάτων σε περιπτώσεις αιφνίδιων παιδικών θανάτων», τονίζει.
«Τελικά αισθάνομαι ότι έχω βάλει ένα μικρό λιθαράκι στο να αλλάξει ένα σύστημα το οποίο φαινόταν ότι είχε προβλήματα και μάλιστα προβλήματα σοβαρά», σημειώνει ο κ. Λέων.
«Αυτές οι γκρίζες ιατροδικαστικές γνωματεύσεις οδήγησαν το υπουργείο Δικαιοσύνης στη λήψη μέτρων για ριζική αναδιοργάνωση των ιατροδικαστικών υπηρεσιών στη χώρα.
Το αρμόδιο υπουργείο έχει ξεκινήσει εδώ και δύο χρόνια μια μεταρρύθμιση, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις εξελίξεις της τεχνολογίας, παράλληλα με τους πειθαρχικούς ελέγχους σε ιατροδικαστές για σοβαρά πειθαρχικά αδικήματα ακόμα και πειθαρχικών ποινών».
